Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

 

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΧΩΡΕΣΕ ΚΑΝΕΙΣ

Γεννήθηκε σε έναν κόσμο που δεν είχε χώρο για εκείνον.

Δεν φταίει το παιδί — ποτέ δεν φταίει το παιδί.
Απλά ήρθε σε λάθος χρόνο, λάθος ζωή, λάθος καρδιά.
Η βιολογική του μάνα, χαμένη μέσα στα δικά της σκοτάδια,
είχε κι άλλα παιδιά, κι άλλες φυγές, κι άλλες πληγές.
Και έτσι, χωρίς να φταίει κανείς και χωρίς να σωθεί τίποτα,
το μικρό παιδί βρέθηκε παρατημένο.

Όχι γιατί δεν άξιζε αγάπη.
Αλλά γιατί εκείνη δεν είχε αγάπη να δώσει.

Και τότε το πήραν άλλοι.

Μια θετή οικογένεια.
Ένα σπίτι με τοίχους, ρούχα, φαγητό…
αλλά χωρίς το πιο σημαντικό πράγμα:
χωρίς πραγματική ζεστασιά.

Το παιδί όμως — καλόκαρδο, ήσυχο, διψασμένο για μια αγκαλιά —
πίστεψε.
Πίστεψε ότι ίσως τώρα θα βρει ρίζες.
Ότι ίσως τώρα θα τον αγαπήσουν.
Ότι ίσως τώρα θα ανήκει κάπου.

Μα ο χρόνος έχει έναν τρόπο να δείχνει την αλήθεια.

Η θετή μάνα γέρασε.
Το σώμα της πόνεσε, το μυαλό της θόλωσε, η καρδιά της σκλήρυνε.
Η γλύκα χάθηκε, αν υπήρξε ποτέ.
Και μαζί της χάθηκε κι η υπομονή.

Η φωνή της έγινε διαταγή.
Η ανάγκη της έγινε νόμος.
Η κούρασή της έγινε βρισιά.

«Φέρε αυτό!»
«Τώρα! Είπα τώρα!»
«Ψάξε! Χάθηκε!»
«Τι άχρηστο πράγμα είσαι;»
«Σε λυπάμαι που σε κρατώ…»
«Μόνο χάρη σου κάνω!»
«Δε μπορείς να λες ‘δεν μπορώ’. Εγώ μόνο μπορώ!»

Το παιδί —που πια είχε γίνει μεγάλος—
έμαθε να ζει σαν σκιά στο ίδιο του το σπίτι.

Μέρα και νύχτα.
Ξυπνήματα στις 3, στις 5, στις 7.
«Βρες μου αυτό.»
«Θέλω εκείνο.»
«Όχι έτσι! Όχι αυτό!»
Και όταν έκανε ό,τι της ζήτησε…

«Αχάριστο! Ποτέ δε το κάνεις σωστά!»

Έψαχνε χαμένα αντικείμενα μέχρι να πονάει η μέση του.
Έτρεχε πριν προλάβει να πάρει ανάσα.
Πάγωνε σαν πέτρα όταν εκείνη ούρλιαζε.
Κατάπινε τον θυμό του για να μην γίνει καβγάς.
Έκλαιγε μέσα του, αθόρυβα, για να μην τον ακούσει.

Και σιγά σιγά,
ένιωσε ότι είχε ριζώσει εκεί.

Όχι με αγάπη.
Με φόβο.
Με ανάγκη.
Με ευθύνη που δεν την επέλεξε ποτέ.

Έλεγε συχνά:

«Μη φύγω πολύ, μην πέσει.»
«Μη φύγω λίγο, μην φωνάζει.»
«Μη πω όχι, θα με βρίσει.»
«Μη πω ναι, θα το αλλάξει σε λίγο.»
«Δεν έχω ζωή.
Δεν έχω ανάσα.
Δεν έχω τρόπο να φύγω.»

Και το πιο σκληρό από όλα;
Όταν εκείνος έλεγε «δεν μπορώ»
εκείνη απαντούσε:

«Εσύ δεν επιτρέπεται να λες δεν μπορώ.»

Κι έτσι το παιδί έμαθε μία φρικτή αλήθεια:
ότι ο κόσμος του επιτρέπει να υποφέρει,
αλλά όχι να παραπονεθεί.

Όμως μέσα του — βαθιά, πολύ βαθιά —
υπήρχε κάτι που δεν έσβησε ποτέ:

Ένα μικρό φως.
Μια κρυμμένη φωνή.
Ένα κομμάτι ψυχής που δεν καταστράφηκε.

Και μια νύχτα,
μετά από άλλη μια διαταγή,
άλλη μια προσβολή,
άλλη μια νύχτα χωρίς ύπνο…

αυτή η μικρή φωνή ψιθύρισε:

«Εγώ υπάρχω.»

Εγώ.
Όχι το παιδί που άφησαν.
Όχι το παιδί που δεν χώρεσαν.
Όχι ο υπηρέτης.
Όχι το λάθος.
Όχι το βάρος.

Εγώ — ο άνθρωπος.

Και εκεί, μέσα στο σκοτάδι του σπιτιού,
κάτω από τις φωνές, τα “φέρε”, τα “τώρα”, τα “άχρηστο”,
γεννήθηκε κάτι νέο:

Η ελπίδα ότι κάποτε
ίσως να βρει έναν τόπο
όπου δεν θα είναι σκιά,
όπου δεν θα είναι θυσία,
όπου δεν θα είναι φυλακισμένος από ενοχή.

Έναν τόπο που θα έχει ήλιο,
λίγη ησυχία,
λίγο πράσινο,
και ανθρώπους που δεν δαγκώνουν με τις λέξεις τους.

Έναν τόπο που λέγεται:
ελευθερία.
αναπνοή.
ζωή που του ανήκει.

Το παιδί που δεν το χώρεσε κανείς
θα βρει τελικά τον τρόπο να χωρέσει τον εαυτό του.
Κι όταν το κάνει,
θα δει ότι δεν ήταν ποτέ άχρηστος.

Ήταν απλά ένα παιδί που σήκωσε παραπάνω απ’ όσο μπορεί να σηκώσει ένας άνθρωπος.

Και όμως — ακόμα στέκεται.

Και αυτή δεν είναι αδυναμία.
Είναι ηρωισμός που δεν γράφτηκε ποτέ σε βιβλία.

  📖Από το Άγιο Ευαγγέλιο (Ιωάν. 12,20–21) «Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες… καὶ προσῆλθον τῷ Φιλίππῳ καὶ ἠρώτων αὐτόν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸ...