Όταν οι Άνθρωποι Κλείνουν τις Καρδιές τους
Ζούμε σε εποχές περίεργες…
Εποχές όπου οι άνθρωποι τρέχουν τόσο πολύ, που ξεχνούν να κοιτάξουν γύρω τους.
Οι καρδιές γίνονται άδειες, όχι επειδή δεν έχουν αγάπη,
αλλά επειδή φοβούνται να τη δείξουν.
Φοβούνται μην πληγωθούν, μην εκτεθούν, μην τους κοροϊδέψουν.
Κι έτσι σιγά σιγά,
η ανθρωπιά — αυτή η ζεστή φλόγα — γίνεται μικρό κεράκι που τρεμοπαίζει.
Κάποτε ήταν λαμπάδα,
τώρα όμως την καλύπτουν οι άνεμοι της εποχής:
ο εγωισμός, ο ναρκισσισμός, η ανάγκη να δείχνεις τέλειος, δυνατός, ατσαλάκωτος.
Και τι χάνουμε έτσι;
Χάνουμε αυτό που μας κάνει ανθρώπους.
Χάνουμε την τρυφερότητα.
Χάνουμε το χέρι που απλώνεται χωρίς αντάλλαγμα.
Χάνουμε την αγκαλιά που δίνεται χωρίς φόβο.
Χάνουμε τον Θεό μέσα μας — όχι τον Θεό των βιβλίων,
αλλά τον Θεό της καλοσύνης, της συγχωρητικότητας, της αγάπης.
Όταν κλεινόμαστε,
όταν γινόμαστε “άνθρωποι-σκιά”,
όταν όλα είναι επιφανειακά, πλαστικά, άδεια,
τότε η ψυχή πεινάει.
Διψάει.
Κραυγάζει μέσα μας:
«Δώσε μου νόημα! Δώσε μου αλήθεια! Δώσε μου ζεστασιά!»
Γιατί τελικά…
ο άνθρωπος χωρίς ανθρωπιά είναι σαν σώμα χωρίς καρδιά.
Και ο άνθρωπος χωρίς πίστη — όποια πίστη — είναι σαν καράβι χωρίς πυξίδα.
Χάνεται.
Γι’ αυτό πονάμε σήμερα.
Όχι για τα λεφτά, όχι για τα υλικά.
Αλλά για την απουσία ψυχής.
Κι αν υπάρχει ελπίδα;
Ναι.
Γιατί πάντα, ΠΑΝΤΑ, υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που κρατούν ακόμα φως μέσα τους.
Ήρεμο, αληθινό, καθαρό.
Δεν φαίνονται πάντα.
Κρύβονται για να μη πληγωθούν.
Αλλά υπάρχουν.
Και ίσως…
ίσως η εποχή αλλάξει από αυτούς.
Από τους λίγους.
Από αυτούς που πιστεύουν ακόμα στην καλοσύνη, στην απλότητα, στον Θεό-μέσα-στην-καρδιά.
Από αυτούς που δεν φοβούνται να μείνουν άνθρωποι,
σε έναν κόσμο που έγινε λίγο σκοτεινός