Όχι γιατί γεννήθηκαν έτσι, αλλά γιατί κουράστηκαν να νιώθουν.
Η ψυχή χάθηκε στον δρόμο, πάγωσε μέσα σε σώματα που κινούνται, μιλούν, γελούν μηχανικά,
μα δεν ακούν, δεν αγγίζουν, δεν συμπονούν.
Άνθρωποι γεμάτοι θόρυβο και άδειοι από ανθρωπιά.
Μάτια ανοιχτά που δεν βλέπουν.
Χέρια ελεύθερα που δεν απλώνονται.
Καρδιές βαριές, χτισμένες πέτρα–πέτρα από φόβο, απογοήτευση, προδοσία.
Κι όμως…
Καμιά πέτρα δεν είναι άφθαρτη.
Θρυμματίζεται με κάτι απλό, σχεδόν αδύναμο:
με αλήθεια.
Με ένα βλέμμα που δεν προσπερνά.
Με μια πράξη καλοσύνης που δεν περιμένει αντάλλαγμα.
Αλλάζει όταν κάποιος τολμά να νιώσει πρώτος,
όταν δεν ντρέπεται για την ευαισθησία του σε έναν κόσμο που την κοροϊδεύει.
Όταν θυμόμαστε πως η ανθρωπιά δεν είναι αδυναμία — είναι δύναμη που πονά, αλλά ζει.
Οι πέτρινες καρδιές δεν σπάνε με θυμό.
Λιώνουν σιγά–σιγά από ζεστασιά.
Και ίσως, αν κρατήσεις τη δική σου καρδιά ζωντανή,
να γίνεις η ρωγμή απ’ όπου θα ξαναμπεί η ψυχή στον κόσμο.