Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

 

Ένα κείμενο για τον άνθρωπο και τον Χριστό

Ο κόσμος δεν πονά μόνο.
Κουράστηκε να πονά
και έμαθε να μη νιώθει.

Και αυτό είναι ο πιο σιωπηλός θάνατος:
όταν η ψυχή παύει να ελπίζει.

Γι’ αυτό ήρθε ο Χριστός.
Όχι για να ιδρύσει εξουσία,
ούτε για να φοβίσει τον άνθρωπο.
Ήρθε για να πλησιάσει την ψυχή
εκεί που έχει κουραστεί περισσότερο.

Δεν στάθηκε με τους δυνατούς.
Στάθηκε με τους κουρασμένους.
Με εκείνους που είχαν χάσει τον δρόμο
και δεν είχαν πια φωνή να φωνάξουν.

Όταν μιλούσε για φως,
δεν μιλούσε μόνο για τα μάτια.
Όταν μιλούσε για ζωή,
δεν μιλούσε μόνο για την αναπνοή.

Μιλούσε για τον άνθρωπο
που ζει αλλά δεν ζει.

Γι’ αυτό άγγιζε.
Γι’ αυτό δάκρυζε.
Γι’ αυτό συγχωρούσε
πριν καν του το ζητήσουν.

Ο Χριστός δεν ήρθε να μας πει
πως είμαστε χαμένοι.
Ήρθε να μας πει
πως μπορούμε να σηκωθούμε.

Και όταν είπε
«ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός»,
δεν έδειξε δρόμο μακριά από τον άνθρωπο.
Έδειξε δρόμο μέσα από την καρδιά.

Όποιος Τον συναντά
δεν γίνεται ξαφνικά τέλειος.
Γίνεται όμως ζωντανός.

Γιατί ο Χριστός δεν ανασταίνει μόνο σώματα.
Ανασταίνει ψυχές
που νόμιζαν πως τελείωσαν.

Κι αν σήμερα νιώθεις άδειος,
αν κάτι μέσα σου σιωπά,
μη φοβηθείς.

Εκεί ακριβώς στέκεται.
Όχι για να σε κρίνει,
αλλά για να σου πει, χαμηλόφωνα:

«Σήκω. Είσαι ακόμα ζωντανός.»