Το Φως ήρθε στον κόσμο
κι όμως εμείς μάθαμε να προσπερνάμε.
προσπερνάμε τον άνθρωπο με αναπηρία
σαν να μας χαλάει την εικόνα.
προσπερνάμε τον αδύναμο
γιατί δεν “ταιριάζει” στο σύστημά μας.
κι ύστερα μιλάμε για αξίες
με στόματα γεμάτα υποκρισία.
λέμε «αγάπη»
αλλά εννοούμε όφελος.
λέμε «αλήθεια»
αλλά εννοούμε αυτό που μας συμφέρει.
κι η αλήθεια — όπως λέει ο Ιωάννης —
στέκει μπροστά μας
κι εμείς την κοροϊδεύουμε.
ο κόσμος γέμισε φως οθονών
και βυθίστηκε στο σκοτάδι της καρδιάς.
παρτακισμός παντού.
όλοι να παίρνουν, κανείς να δίνει.
κι αν δεν είσαι χρήσιμος,
αν δεν χωράς,
αν δεν «βολεύεις»,
σε τρώνε ζωντανό:
συκοφαντία, φαγομάρα, χλευασμός.
κι όμως…
το Ευαγγέλιο δεν χαϊδεύει αυτιά.
λέει κάτι τρομακτικά απλό:
«Ὁ μὴ ἀγαπῶν, ἐν τῷ σκότει μένει.»
δεν λέει ο κακός.
λέει όποιος δεν αγαπά.
κι αυτό μας αφορά όλους.
γιατί τι άνθρωποι γίναμε,
όταν βλέπουμε την αδικία
και σιωπούμε;
όταν γελάμε με τον διαφορετικό;
όταν εκμεταλλευόμαστε τα πάντα —
σώματα, ψυχές, σχέσεις —
και το βαφτίζουμε «εξυπνάδα»;
αυτό δεν είναι πρόοδος.
είναι σήψη.
και η σήψη, όσο κι αν τη στολίσεις,
μυρίζει.
ο Χριστός στο κατά Ιωάννη
δεν στάθηκε με τους βολεμένους.
στάθηκε με αυτούς που δεν τους έβλεπε κανείς.
κι είπε:
«όποιος βλέπει και δεν πράττει,
είναι τυφλός».
αυτό είναι το χτύπημα.
όχι πέτρες.
ξύπνημα.
ή θα ξαναδέσουμε τις καρδιές μας
ή θα μείνουμε μόνοι μέσα στο πλήθος.
ή θα ξαναγίνει ο άνθρωπος άνθρωπος
ή θα συνεχίσουμε να τρώμε ο ένας τον άλλον
με χαμόγελα και μάσκες.
το Φως είναι ακόμα εδώ.
αλλά δεν παρακαλά.
περιμένει επιλογή.
κι η επιλογή είναι τώρα.