Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

 Στην αρχή ήταν το Φως.

κι όμως ο κόσμος κουράστηκε να το κοιτά.
έμαθε να ζει με χαμηλωμένα μάτια,
με καρδιές κλειστές σαν σπίτια χωρίς παράθυρα.

ο κόσμος γέμισε πράγματα,
μα άδειασε από νόημα.
άνθρωποι περπατούν δίπλα-δίπλα
κι όμως δεν συναντιούνται.
μιλάνε, μα δεν ακούνε.
αγγίζονται, μα δεν νιώθουν.

κι έτσι η σκιά απλώθηκε.
όχι γιατί είναι δυνατή —
αλλά γιατί το Φως ξεχάστηκε.

στο κατά Ιωάννη δεν μας φοβίζει το σκοτάδι.
μας θυμίζει κάτι πιο οδυνηρό:
ότι το Φως ήρθε στον κόσμο
κι εμείς συνηθίσαμε να ζούμε χωρίς αυτό.

κι όταν ο άνθρωπος ζει χωρίς Φως,
η καρδιά του γίνεται κήπος παρατημένος.
ζιζάνια φυτρώνουν μόνα τους:
κυνισμός, αδιαφορία, ψυχρότητα.
η κακία δεν δημιουργεί — σαπίζει.
και η σήψη εξαπλώνεται σιωπηλά.

αυτό δεν είναι κήρυγμα.
είναι κραυγή.
γιατί αν δεν ανθίσει ξανά η αγάπη,
θα ξεχάσουμε πώς μυρίζει η ανθρωπιά.

μα ο Ιωάννης το λέει καθαρά:
το Φως δεν έσβησε.
στέκει ακόμα στην πόρτα.
όχι σαν εξουσία —
σαν πρόσκληση.

κι ο κήπος της καρδιάς,
όσο κι αν ρήμαξε,
θυμάται.
μια στάλα αγάπης αρκεί.
ένα βλέμμα αληθινό.
μια συγγνώμη.
ένα «σε βλέπω».

εκεί ξαναρχίζει ο κόσμος.
όχι με θόρυβο,
μα με ζωή.

ας ανοίξουμε, λοιπόν.
όχι αύριο.
τώρα.
γιατί η αγάπη δεν είναι πολυτέλεια —
είναι ανάγκη.
κι αν δεν γυρίσει,
δεν θα μείνει τίποτα να σωθεί.