Η πρόσφατη ιστορία ενός ανθρώπου μοναχικού
Σε μια επαρχιακή πόλη της Ελλάδας έζησε ο Μαρίνος.
Ένα παιδί αυτιστικό, υψηλής λειτουργικότητας, που από τα πέντε του χρόνια μεγάλωσε με θετούς γονείς. Ουσιαστικά ήρθε στη ζωή μόνος — και έτσι έφυγε κιόλας.
Ως παιδί ήταν «παράξενος» και αλλιώτικος στη συμπεριφορά του. Όχι από επιλογή, αλλά λόγω της κατάστασής του. Όσο ζούσαν και οι δύο θετοί γονείς, οι άνθρωποι γύρω τους κρατούσαν κάποια προσχήματα. Δεν σχολίαζαν ανοιχτά. Δεν βοήθησαν ποτέ όμως. Ούτε ουσιαστικά, ούτε ηθικά.
Οι γονείς, κουρασμένοι άνθρωποι με δικά τους ψυχικά και σωματικά βάρη, απογοητεύονταν συχνά. Τον έκριναν για αυτό που είχε, παρότι του έδωσαν μια ευκαιρία να έχει οικογένεια και σπιτικό. Στην πράξη όμως, η υπομονή και η διάθεση ήταν λίγες.
Η μητέρα χειριστική, επεμβατική, με έντονα σκαμπανεβάσματα.
Ο πατέρας απόμακρος, τυπικός.
Οι συγγενείς παρακολουθούσαν από μακριά. Σχολίαζαν διακριτικά, μα κακόβουλα. Στήριξη από πουθενά.
Στο σχολείο, καμία αποδοχή. Μπούλινγκ, κοροϊδία, αποκλεισμός. Ακόμα και από δασκάλους που τότε δεν γνώριζαν τι είναι ο αυτισμός. Κάποια παιδιά δεν τον ενοχλούσαν, αλλά δεν τον έκαναν και παρέα — φοβόντουσαν μην γίνουν στόχος κι εκείνα.
Τα χρόνια περνούσαν και ο Μαρίνος μεγάλωνε μόνος.
Μοναδική του συντροφιά η φαντασία του. Έφτιαχνε όμορφες ιστορίες και χανόταν μέσα τους για να αντέξει.
Με όλο αυτό το βάρος, η κοινωνία τον έκανε να πιστέψει πως είναι άχρηστος, κακός, ανάξιος αγάπης. Δεν κατάφερε να αποκτήσει φίλους ούτε ένα περιβάλλον αποδοχής, παρότι προσπαθούσε και έκανε συνεχώς προσπάθειες αυτοβελτίωσης για να ενσωματωθεί. Οι άνθρωποι τον πλησίαζαν από περιέργεια και μετά έφευγαν. Άλλοι πλησίαζαν μόνο για να εκμεταλλευτούν την κατάστασή του και να φύγουν.
Μεγαλώνοντας, τα πράγματα έγιναν δυσκολότερα. Πέθανε ο θετός πατέρας του και όλοι οι συγγενείς απομακρύνθηκαν εντελώς. Έμεινε με μια δύσκολη μητέρα που τον εξουθένωνε ψυχικά και συναισθηματικά. Από έφηβος ακόμη, ζούσε κλεισμένος στο σπίτι για να τη φροντίζει.
Όταν έβγαινε έξω για ψώνια ή δουλειές, συναντούσε ψυχρότητα και τυπικές συμπεριφορές. Κανείς δεν προσπάθησε να τον γνωρίσει πραγματικά. Κανένας γείτονας δεν ρώτησε ποτέ πώς ζει, αν χρειάζεται κάτι.
Κριτική, κουτσομπολιά, απόρριψη.
«Μην του μιλάτε, μην τον κάνετε παρέα, είναι ξένος.»
Κάποιες σπάνιες φορές, λίγοι άνθρωποι τον πλησίαζαν καλοπροαίρετα. Αλλά κι αυτοί χάνονταν. Έμεναν οι πονηροί, για να του πάρουν ό,τι μπορούσαν.
Κι όμως, ο Μαρίνος δεν έγινε κακός. Πάντα προσπαθούσε να βοηθά όποιον είχε ανάγκη, ψυχικά ή υλικά. Δεν του το αναγνώρισε κανείς.
Μεγάλωσε χωρίς να ζητά τίποτα. Ήξερε πως η αποδοχή δεν απαιτείται με το ζόρι. Τον έπιανε το παράπονο, πιστεύοντας πως υστερεί και δεν είναι αντάξιος των άλλων. Δυσλεκτικός, ατσούμπαλος, με δυσκολίες σε πολλά πράγματα — αυτό έβλεπαν όλοι. Γέλια, κοροϊδία, καζούρα πίσω από την πλάτη του.
Άλλος άνθρωπος ίσως να είχε αντιδράσει άσχημα.
Ο Μαρίνος ποτέ δεν ήθελε να κάνει κακό.
Δεν έζησε παιδικά χρόνια ξέγνοιαστα. Δεν έζησε όμορφη ενήλικη ζωή. Έβλεπε τους άλλους να έχουν φίλους, συγγενείς, δεσίματα. Κι εκείνος να μην έχει ούτε έναν άνθρωπο να του πει:
«Είμαι εδώ για σένα».
Η μόνη του παρηγοριά ήταν ο Θεός. Σε Εκείνον μιλούσε. Και Εκείνος, με μικρά σημάδια, του έδειχνε πως δεν τον είχε ξεχάσει. Οι άνθρωποι όμως τον είχαν.
Στα 45 του χρόνια συνέβη το τελευταίο χτύπημα. Από αμέλεια ή απροσεξία, ξέσπασε φωτιά στο σπίτι. Κανένας γείτονας δεν ειδοποίησε την πυροσβεστική. Το επόμενο πρωί βρέθηκαν δύο άνθρωποι καμένοι μέσα στο σπίτι.
Κανείς δεν είδε;
Κανείς δεν νοιάστηκε;
Και τότε μένει μόνο το ερώτημα:
Υπάρχει ακόμα ανθρωπιά;
Μπορεί ο διπλανός μας να πεθαίνει και να το καταλαβαίνουμε μέρες μετά — από τη μυρωδιά. Και να συνεχίζουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό;
Και αν όχι… τι κάνουμε για να αλλάξει;
Γιατί το να μην κάνουμε στους άλλους ό,τι δεν θέλουμε να μας κάνουν,
και να τους φερόμαστε όπως θα θέλαμε να μας φερθούν,
δεν θα έπρεπε να είναι το αυτονόητο;