Η πρόσφατη ιστορία ενός μοναχικού ανθρώπου που ήρθε στη ζωή σχεδόν μόνος — και έτσι έφυγε
Μια ιστορία για τη μοναξιά, την αδιαφορία και την ανθρωπιά που χάθηκε
Σε μια επαρχιακή πόλη της Ελλάδας ζούσε ο Μαρίνος, ένας άνθρωπος που από πολύ μικρή ηλικία βρέθηκε να μεγαλώνει με τους θετούς γονείς του.
Ήταν ένα παιδί διαφορετικό από τα άλλα. Είχε αυτισμό υψηλής λειτουργικότητας και δυσκολίες που επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον κόσμο και επικοινωνούσε με τους γύρω του. Η διαφορετικότητά του όμως δεν έγινε ποτέ πραγματικά κατανοητή από το περιβάλλον του.
Όσο ζούσαν και οι δύο θετοί γονείς του, οι άνθρωποι γύρω τους κρατούσαν τουλάχιστον τα προσχήματα. Δεν σχολίαζαν πάντοτε ανοιχτά την κατάστασή του, όμως ουσιαστική στήριξη δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ.
Οι ίδιοι οι γονείς του, άνθρωποι κουρασμένοι και επιβαρυμένοι από τα δικά τους προβλήματα, συχνά τον έκριναν και τον κατέκριναν για πράγματα που δεν μπορούσε εύκολα να αλλάξει.
Η θετή μητέρα του ήταν ένας δύσκολος και παρεμβατικός άνθρωπος, με έντονες μεταπτώσεις στη διάθεσή της. Ο θετός πατέρας του ήταν περισσότερο απόμακρος και τυπικός.
Και γύρω τους υπήρχαν συγγενείς που παρακολουθούσαν από απόσταση.
Σχόλια, ψίθυροι, κουτσομπολιό.
Στήριξη, όμως, σχεδόν από πουθενά.
Στο σχολείο η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη. Ο Μαρίνος δεχόταν κοροϊδίες και bullying. Κάποια παιδιά δεν ήθελαν να κάνουν παρέα μαζί του, φοβούμενα μήπως τα κοροϊδέψουν κι εκείνα.
Και τότε ακόμη, οι γνώσεις για τον αυτισμό ήταν πολύ περιορισμένες. Δεν υπήρχε η σημερινή ενημέρωση και κατανόηση.
Έτσι το παιδί μεγάλωνε όλο και πιο μόνο.
Η μοναδική του πραγματική συντροφιά ήταν η φαντασία του.
Έφτιαχνε ιστορίες μέσα στο μυαλό του, όμορφους κόσμους στους οποίους μπορούσε να χαθεί για λίγο. Εκεί δεν υπήρχε η απόρριψη που συναντούσε έξω.
Όμως η συνεχής απόρριψη άφηνε μέσα του σημάδια.
Σιγά-σιγά άρχισε να αισθάνεται ότι ήταν άχρηστος, ανεπαρκής, ότι δεν άξιζε την αγάπη των άλλων.
Προσπάθησε να βελτιώσει τον εαυτό του. Προσπάθησε να ενσωματωθεί. Προσπάθησε να κάνει φίλους.
Μάταια.
Κάποιοι τον πλησίαζαν από περιέργεια και μετά απομακρύνονταν. Άλλοι έρχονταν μόνο όταν ήθελαν κάτι από εκείνον. Όταν τελείωνε αυτό που είχαν να πάρουν, έφευγαν.
Κι όμως, ο ίδιος συνέχιζε να προσπαθεί να βοηθά τους άλλους όταν μπορούσε.
Δεν έπαψε να έχει καλή πρόθεση.
Δεν έμαθε να ανταποδίδει την κακία με κακία.
Τα χρόνια πέρασαν.
Ο θετός πατέρας του πέθανε.
Και τότε η ζωή έγινε ακόμη πιο δύσκολη.
Ο Μαρίνος έμεινε με τη θετή μητέρα του, η οποία πλέον ήταν ηλικιωμένη, ενώ εκείνος είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του περιορισμένος στο σπίτι και φορτωμένος με ευθύνες που δεν του επέτρεπαν να δημιουργήσει τη δική του ζωή.
Κοινωνικά είχε απομονωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά.
Όταν έβγαινε από το σπίτι για μια βόλτα ή για τα απαραίτητα ψώνια, συναντούσε την ίδια ψυχρότητα.
Τυπικές κουβέντες.
Τυπικά χαμόγελα.
Καμία πραγματική προσπάθεια να τον γνωρίσει κάποιος.
Κανένας γείτονας δεν ρώτησε πραγματικά:
«Πώς περνάς; Πώς ζεις; Χρειάζεσαι κάτι;»
Ήταν σαν να υπήρχε και να μην υπήρχε ταυτόχρονα.
Κι έτσι άρχισε να αισθάνεται ότι ήταν το «μαύρο πρόβατο» παντού.
Κουτσομπολιά.
«Μην του κάνεις παρέα.»
«Μην του μιλάς.»
«Είναι περίεργος.»
«Δεν τον θέλουμε.»
Ακόμη και όταν κάποιος καλοπροαίρετος άνθρωπος πλησίαζε, συχνά απομακρυνόταν ύστερα από λίγο, επηρεασμένος από όσα άκουγε.
Κι εκείνος συνέχιζε να ζει με το ίδιο βάρος.
Χωρίς να απαιτεί από κανέναν να τον αγαπήσει.
Γιατί ήξερε κάτι πολύ απλό:
την αποδοχή δεν μπορείς να την απαιτήσεις με το ζόρι.
Ήθελε μόνο έναν άνθρωπο να του πει:
«Είμαι εδώ.»
Ο Μαρίνος είχε δυσλεξία, ήταν αδέξιος σε αρκετά πράγματα και δυσκολευόταν σε δραστηριότητες που για άλλους έμοιαζαν αυτονόητες. Όλα αυτά έγιναν ακόμη περισσότερες αφορμές για κοροϊδία.
Γέλια πίσω από την πλάτη του.
Καζούρα.
Υποτίμηση.
Και όμως, δεν έγινε ένας άνθρωπος γεμάτος μίσος.
Αυτό ίσως είναι ένα από τα πιο παράξενα και συγκλονιστικά σημεία της ιστορίας του.
Παρά όσα δέχτηκε, δεν ήθελε να κάνει κακό σε κανέναν.
Απλώς μαράζωνε μόνος.
Έβλεπε τους άλλους να έχουν φίλους, συγγενείς, ανθρώπους που τους περίμεναν, ανθρώπους που τους έλεγαν:
«Μην ανησυχείς, είμαι εδώ.»
Κι εκείνος δεν είχε σχεδόν κανέναν.
Ήξερε βέβαια ότι πολλά σπίτια έχουν προβλήματα. Ότι καμία οικογένεια δεν είναι τέλεια.
Υπήρχε όμως μια διαφορά.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμη κι όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες, έχουν κάπου ένα στήριγμα.
Έναν άνθρωπο.
Μια αγκαλιά.
Ένα τηλέφωνο.
Ένα «έλα, κάτσε μαζί μας».
Ο Μαρίνος δεν είχε αυτό το στήριγμα.
Είχε μόνο την πίστη του στον Θεό.
Σε Εκείνον μιλούσε όταν δεν είχε σε ποιον άλλον να μιλήσει. Και ένιωθε, όπως πίστευε, ότι μέσα στη ζωή του υπήρχαν σημάδια της παρουσίας Του.
Οι άνθρωποι μπορεί να τον είχαν ξεχάσει.
Εκείνος όμως ένιωθε ότι ο Θεός δεν τον είχε ξεχάσει.
Και ύστερα ήρθε η τελευταία μεγάλη συμφορά.
Κάποια μέρα ξέσπασε φωτιά στο σπίτι.
Το σπίτι καταστράφηκε ολοσχερώς.
Και μέσα βρέθηκαν νεκροί δύο άνθρωποι.
Και τότε γεννήθηκε το πιο σκληρό ερώτημα:
Πώς γίνεται δύο άνθρωποι να βρίσκονται σε ένα σπίτι και η κοινωνία γύρω τους να μην αντιλαμβάνεται ότι κάτι συμβαίνει;
Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να μπορεί να ζει τόσο μόνος ώστε η απουσία του να μη γίνει αμέσως αντιληπτή;
Πού ήταν οι γείτονες;
Πού ήταν οι συγγενείς;
Πού ήταν έστω ένας άνθρωπος που θα ρωτούσε:
«Τι γίνεται με αυτούς τους δύο; Είναι καλά;»
Και τότε η ιστορία του Μαρίνου παύει να είναι μόνο η ιστορία ενός ανθρώπου.
Γίνεται ένα ερώτημα για όλους μας.
Υπάρχει ακόμη ανθρωπιά;
Είμαστε πραγματικά τόσο απασχολημένοι με τη δική μας ζωή ώστε δεν βλέπουμε πια τον άνθρωπο που βρίσκεται ακριβώς δίπλα μας;
Μπορεί κάποιος να υποφέρει για χρόνια μέσα σε ένα σπίτι και εμείς να μην έχουμε καταλάβει τίποτα;
Μπορεί ένας μοναχικός άνθρωπος να περνάει καθημερινά από δίπλα μας και να μη σκεφτούμε ούτε μία φορά να τον ρωτήσουμε:
«Είσαι καλά;»
Δεν χρειάζεται να σώσουμε όλο τον κόσμο.
Μερικές φορές ίσως αρκεί ένα τηλεφώνημα.
Μια κουβέντα.
Ένας καφές.
Μια πρόσκληση.
Ένα «έλα να καθίσεις μαζί μας».
Γιατί όλοι λέμε ότι δεν θέλουμε να μας φέρονται με αδιαφορία.
Όμως το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:
Εμείς πώς φερόμαστε στους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα μας;
Τους βλέπουμε;
Τους ακούμε;
Τους αφήνουμε χώρο να υπάρχουν όπως είναι;
Ή τους προσπερνάμε επειδή δεν ταιριάζουν στην εικόνα που έχουμε για το ποιος αξίζει να βρίσκεται δίπλα μας;
Ίσως η ανθρωπιά να μη χάθηκε εντελώς.
Ίσως απλώς να χρειάζεται να την ξαναθυμηθούμε.
Γιατί κάποτε μπορεί να είμαστε εμείς εκείνοι που θα χρειαστούμε έναν άνθρωπο να μας πει:
«Μην ανησυχείς. Είμαι εδώ.»
Και τότε θα θέλαμε να υπάρχει κάποιος να το πει.
Σημείωση: Ο Μαρίνος είναι φανταστικό πρόσωπο. Η ιστορία είναι ένα κοινωνικό αφήγημα, βασισμένο σε πραγματικά εν μέρη γεγονότα οπως η πορεία της ζωής σε καταστάσεις και προβληματισμούς που, δυστυχώς, μπορούν να αφορούν πολλούς ανθρώπους.