Εκεί που βασίλευε το ΕΓΩ
Κάποτε, σε μια χώρα που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη, οι άνθρωποι ξυπνούσαν κάθε πρωί και κοιτούσαν πρώτα τον εαυτό τους στον καθρέφτη.
Όχι για να δουν αν ήταν χτενισμένοι.
Για να βεβαιωθούν πως ήταν ακόμα οι σημαντικότεροι άνθρωποι στον κόσμο τους.
Στην αρχή κανείς δεν είχε πρόβλημα.
Ο ένας έλεγε:
— Εγώ ξέρω καλύτερα.
Ο άλλος:
— Εγώ το είπα πρώτος.
Ένας τρίτος:
— Εγώ το αξίζω.
Κι ένας τέταρτος:
— Εμένα πρέπει να ακούσετε.
Κανείς δεν το θεώρησε παράξενο.
Μέχρι που μια μέρα, στην κεντρική πλατεία, εμφανίστηκε ένα τεράστιο χρυσό γράμμα.
Ε.
Την επόμενη μέρα προστέθηκε ένα ακόμα.
Γ.
Και την τρίτη:
Ω.
Τα τρία γράμματα ενώθηκαν και σχημάτισαν μια λέξη.
ΕΓΩ
Οι κάτοικοι ενθουσιάστηκαν.
— Επιτέλους! Έχουμε βασιλιά!
Κανείς δεν θυμόταν ποιος τον είχε εκλέξει.
Κανείς δεν θυμόταν να είχε γίνει ψηφοφορία.
Αλλά το ΕΓΩ δεν χρειαζόταν εκλογές.
Είχε κάτι πολύ ισχυρότερο:
την επιθυμία του καθενός να είναι πρώτος.
Έτσι ανέβηκε στον θρόνο.
Και ο πρώτος νόμος που έβγαλε ήταν απλός:
«Ο καθένας να φροντίζει πρώτα τον εαυτό του.»
Οι άνθρωποι χειροκρότησαν.
— Σωστά!
Ο δεύτερος νόμος:
«Κανείς δεν πρέπει να παραδέχεται ότι έκανε λάθος.»
Περισσότερα χειροκροτήματα.
Ο τρίτος:
«Όποιος ζητάει κάτι, έχει δικαίωμα να το πάρει.»
Ακόμα περισσότερα.
Και ο τέταρτος:
«Αν κάποιος διαφωνεί μαζί σου, πιθανότατα δεν σε καταλαβαίνει.»
Εκεί έγινε χαμός.
Όλοι χειροκροτούσαν.
Γιατί όλοι μπορούσαν να βρουν κάποιον που «δεν τους καταλάβαινε».
Τα χρόνια πέρασαν.
Οι άνθρωποι έγιναν όλο και πιο καλοί στο να λένε:
«Εγώ.»
Εγώ έχω δίκιο.
Εγώ έχω πληγωθεί περισσότερο.
Εγώ προσπάθησα πιο πολύ.
Εγώ αξίζω.
Εγώ πρώτος.
Εγώ τελευταίος.
Εγώ πάντα.
Εγώ ποτέ.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, μια μικρή λέξη άρχισε να ξεχνιέται.
Εμείς.
Στην αρχή κανείς δεν το πρόσεξε.
Ύστερα όμως άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα.
Οι φίλοι κάθονταν στο ίδιο τραπέζι και ο καθένας μιλούσε για τον εαυτό του.
Τα ζευγάρια κοιμόντουσαν στο ίδιο κρεβάτι αλλά ο καθένας κρατούσε τον δικό του λογαριασμό:
«Εγώ έκανα αυτό.»
«Εγώ έκανα εκείνο.»
«Εσύ δεν έκανες αρκετά.»
Οι γείτονες συναντιούνταν στον δρόμο και δεν ρωτούσαν πια:
— Πώς είσαι;
Ρωτούσαν:
— Τι έχεις να μου προσφέρεις;
Και οι άνθρωποι άρχισαν να φοβούνται μια παράξενη λέξη:
«συγγνώμη».
Γιατί το ΕΓΩ είχε εξηγήσει στους πάντες πως η συγγνώμη είναι ήττα.
Μια μέρα, στην άλλη άκρη της χώρας, γεννήθηκε ένα παιδί.
Και όταν μεγάλωσε λίγο, πήγε στο σχολείο.
Η δασκάλα το ρώτησε:
— Τι έμαθες σήμερα;
Το παιδί απάντησε:
— Έμαθα ότι αν έχω δίκιο, πρέπει να κερδίσω.
Η δασκάλα χαμογέλασε.
— Και αν για να κερδίσεις πρέπει να χάσει κάποιος που αγαπάς;
Το παιδί σκέφτηκε.
Δεν ήξερε τι να απαντήσει.
Ήταν η πρώτη φορά που μια ερώτηση δεν χωρούσε μέσα στο ΕΓΩ.
Μεγαλώνοντας, το παιδί άρχισε να παρατηρεί.
Είδε έναν πατέρα να μαλώνει με τον γιο του.
Και οι δύο φώναζαν:
— Εγώ έχω δίκιο!
Κανείς δεν άκουγε κανέναν.
Είδε δύο φίλους να χωρίζουν για ένα ασήμαντο πράγμα.
Και οι δύο περίμεναν ο άλλος να ζητήσει πρώτος συγγνώμη.
Είδε μια γυναίκα να ζητάει βοήθεια.
Και δέκα άνθρωποι της εξηγούσαν γιατί οι δικές τους ανάγκες ήταν πιο σημαντικές.
Και τότε κατάλαβε.
Το ΕΓΩ δεν ήταν κακό.
Ήταν απαραίτητο.
Χωρίς αυτό, ο άνθρωπος δεν θα ήξερε ποιος είναι, τι χρειάζεται, πού τελειώνουν τα όριά του.
Το πρόβλημα ήταν αλλού.
Το ΕΓΩ είχε ξεχάσει ότι υπάρχει κόσμος έξω από τον καθρέφτη.
Ένα βράδυ, το παιδί —που τώρα ήταν άντρας— πήγε στην πλατεία.
Στάθηκε μπροστά στον θρόνο.
Το ΕΓΩ τον κοίταξε.
— Τι θέλεις;
Ο άντρας απάντησε:
— Τίποτα.
— Τότε γιατί ήρθες;
— Για να σου κάνω μια ερώτηση.
— Σε ακούω.
— Πότε ήταν η τελευταία φορά που είπες «εμείς»;
Το ΕΓΩ έμεινε σιωπηλό.
Για πρώτη φορά.
Δεν είχε απάντηση.
Κοίταξε γύρω του.
Είδε μια χώρα γεμάτη ανθρώπους.
Μόνο που κανείς δεν ήταν πραγματικά μαζί με κανέναν.
Τότε σηκώθηκε από τον θρόνο.
Έβγαλε το στέμμα.
Και το άφησε στο πάτωμα.
Οι άνθρωποι πάγωσαν.
— Τι κάνεις; φώναξαν.
Το ΕΓΩ τους κοίταξε.
— Τόσα χρόνια νόμιζα πως για να υπάρχω πρέπει να είμαι πάνω από όλους.
Έκανε ένα βήμα πίσω.
— Τώρα καταλαβαίνω πως μπορώ να υπάρχω δίπλα σας.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ στη χώρα.
Ένας άνθρωπος είπε:
— Εμείς.
Ένας δεύτερος επανέλαβε:
— Εμείς.
Και ύστερα ένας τρίτος.
Και τέταρτος.
Μέχρι που ολόκληρη η πλατεία γέμισε από μια λέξη που είχαν σχεδόν ξεχάσει.
ΕΜΕΙΣ.
Από εκείνη τη μέρα, το ΕΓΩ δεν εξαφανίστηκε.
Και αυτό ήταν καλό.
Γιατί οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να έχουν ανάγκες.
Όρια.
Όνειρα.
Δικαιώματα.
Επιθυμίες.
Μόνο που έμαθαν κάτι καινούργιο.
Ότι το:
«Εγώ χρειάζομαι»
μπορεί να συνυπάρχει με το:
«Εσύ χρειάζεσαι».
Ότι το:
«Εγώ διαφωνώ»
δεν σημαίνει:
«Εσύ πρέπει να εξαφανιστείς».
Και ότι το:
«Έκανα λάθος»
δεν μικραίνει έναν άνθρωπο.
Μερικές φορές τον μεγαλώνει.
Στην κεντρική πλατεία έμεινε μόνο μια μικρή πινακίδα.
Δεν έγραφε πλέον «Βασίλειο του ΕΓΩ».
Έγραφε:
«Να θυμάσαι ποιος είσαι.
Αλλά να θυμάσαι πως δεν είσαι μόνος.»
Και από κάτω, κάποιος είχε χαράξει με το χέρι:
«Το ΕΓΩ είναι το σπίτι σου.
Το ΕΜΕΙΣ είναι η γειτονιά σου.
Μην κάψεις τη γειτονιά για να φωτίσεις μόνο το σπίτι σου.»
Κανείς δεν έμαθε ποτέ ποιος το έγραψε.
Ίσως δεν είχε σημασία.
Γιατί εκείνη τη χρονιά, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, οι άνθρωποι άρχισαν να λένε μια φράση που δεν χρειαζόταν βασιλιά:
«Να είμαι καλά εγώ.
Να είσαι καλά κι εσύ.
Και αν μπορούμε, να είμαστε καλά μαζί.»
Το μήνυμα
Το ΕΓΩ δεν είναι ο εχθρός. Είναι μέρος της ταυτότητάς μας. Μας βοηθά να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όριά μας.
Αλλά όταν γίνεται το μοναδικό κέντρο του κόσμου, όλα μετατρέπονται σε σύγκριση: ποιος έχει δίκιο, ποιος πήρε περισσότερα, ποιος αδικήθηκε περισσότερο, ποιος πρέπει να κερδίσει.
Η ισορροπία δεν είναι να εξαφανίσουμε το ΕΓΩ.
Είναι να μάθουμε να λέμε:
«Υπάρχω κι εγώ — αλλά υπάρχεις κι εσύ.»
Και ίσως εκεί αρχίζει πραγματικά το ΕΜΕΙΣ.