Το κορίτσι με τα μελιά μάτια
Την είχε προσέξει πρώτη φορά ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη.
Δεν έκανε τίποτα ιδιαίτερο.
Δεν φορούσε κάτι εντυπωσιακό.
Δεν γελούσε δυνατά για να τραβήξει τα βλέμματα.
Καθόταν απλώς στην άκρη μιας μικρής πλατείας και κρατούσε ένα βιβλίο στα γόνατά της.
Κι όμως, όταν σήκωσε τα μάτια της, ο κόσμος γύρω του σαν να χαμήλωσε για λίγο την έντασή του.
Είχε μάτια μελί.
Όχι εκείνο το συνηθισμένο καστανό.
Μελί.
Σαν να είχαν μέσα τους λίγο από το χρώμα του μελιού και λίγο από το χρώμα του απογεύματος.
Ο Αντώνης την κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο παραπάνω απ' όσο έπρεπε.
Εκείνη το κατάλαβε.
Χαμογέλασε.
Και ξανακοίταξε το βιβλίο της.
Αυτό ήταν.
Τίποτα περισσότερο.
Τότε.
Γιατί μερικές γνωριμίες δεν χρειάζονται μεγάλη αρχή.
Χρειάζονται μόνο ένα βλέμμα που θα αρνηθεί να φύγει από τη μνήμη.
Τις επόμενες ημέρες άρχισε να τη συναντά.
Πάντα σχεδόν την ίδια ώρα.
Εκείνη με το βιβλίο.
Εκείνος με μια δικαιολογία για να περνά από την πλατεία.
Μια μέρα της είπε:
«Τι διαβάζεις;»
«Μια ιστορία για ανθρώπους που συναντήθηκαν αργά.»
«Και γιατί αργά;»
Τον κοίταξε.
Τα μελί μάτια της έλαμψαν.
«Γιατί μερικοί άνθρωποι χρειάζονται χρόνο για να καταλάβουν ότι έψαχναν ο ένας τον άλλον.»
Δεν απάντησε.
Δεν βρήκε τι να πει.
Και ίσως εκείνη τη στιγμή να άρχισε η ιστορία τους.
Όχι με ένα φιλί.
Όχι με μια μεγάλη δήλωση.
Με μια φράση.
Τα χρόνια πέρασαν.
Και όπως συμβαίνει στη ζωή, οι δρόμοι τους κάποτε χώρισαν.
Δεν υπήρξε καβγάς.
Δεν υπήρξε προδοσία.
Μόνο εκείνη η σιωπηλή απόσταση που δημιουργείται όταν δύο άνθρωποι αγαπιούνται αλλά η ζωή αποφασίζει να τους δοκιμάσει με διαφορετικούς δρόμους.
Ο Αντώνης έφυγε.
Εκείνη έμεινε.
Και τα χρόνια έγιναν πολλά.
Πολύ περισσότερα απ' όσα θα ήθελε.
Μέχρι ένα φθινοπωρινό απόγευμα.
Ήταν πάλι στην ίδια πλατεία.
Την ίδια ώρα σχεδόν.
Κάθισε στο παγκάκι.
Κοίταξε γύρω του.
Το παλιό περίπτερο είχε φύγει.
Το δέντρο είχε μεγαλώσει.
Το καφενείο είχε αλλάξει όνομα.
Και τότε άκουσε μια φωνή πίσω του.
«Ακόμα περνάς από εδώ;»
Γύρισε.
Και για μια στιγμή δεν είδε μια γυναίκα.
Είδε εκείνο το κορίτσι.
Τα μαλλιά της είχαν αλλάξει.
Το πρόσωπό της είχε πάνω του τα χρόνια.
Αλλά τα μάτια...
Τα μάτια ήταν ίδια.
Μελί.
Ήσυχα.
Ζωντανά.
Τον κοίταξε και χαμογέλασε.
«Το βιβλίο το τελείωσες;» τον ρώτησε.
Ο Αντώνης γέλασε.
«Όχι.»
«Τόσα χρόνια και ακόμα δεν το τελείωσες;»
«Μάλλον περίμενα το τέλος.»
Εκείνη κάθισε δίπλα του.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.
Κανείς δεν ρώτησε πού ήταν ο ένας όλο αυτό το διάστημα.
Δεν χρειαζόταν.
Υπήρχαν ερωτήσεις που μπορούσαν να περιμένουν.
Και άλλες που δεν είχαν πια σημασία.
Εκείνο το απόγευμα δεν υποσχέθηκαν τίποτα.
Δεν είπαν μεγάλες κουβέντες.
Απλώς περπάτησαν μαζί μέχρι το τέλος της πλατείας.
Και λίγο πριν χωρίσουν, εκείνη τον κοίταξε ξανά.
Τα μελί μάτια της ήταν ίδια.
Μόνο που τώρα ο Αντώνης ήξερε κάτι που δεν ήξερε τότε:
Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι που περνούν από τη ζωή μας γραφτό να μείνουν.
Μερικοί όμως αφήνουν μέσα μας ένα χρώμα.
Και όσο κι αν περάσουν τα χρόνια,
το βλέμμα τους δεν ξεθωριάζει ποτέ.