Η πόρτα που μόνο τα παιδιά μπορούσαν να δουν
Υπήρχε κάποτε ένα χωριό που είχε ξεχάσει το χαμόγελο.
Οι άνθρωποι εκεί είχαν γεμίσει την καρδιά τους με θυμό, ζήλια και κακία. Οι γείτονες δεν μιλούσαν μεταξύ τους, οι φίλοι πολλές φορές γίνονταν εχθροί και ο καθένας κοιτούσε μόνο τον εαυτό του.
Στο χωριό υπήρχαν πολλά σπίτια, αλλά λίγη ζεστασιά.
Υπήρχαν πολλά λόγια, αλλά λίγη κατανόηση.
Και κάπου, κρυμμένη ανάμεσα στα παλιά δέντρα και στα μονοπάτια που κανείς δεν πρόσεχε, υπήρχε μια μικρή πόρτα.
Κανείς μεγάλος δεν μπορούσε να τη δει.
Περνούσαν από δίπλα της κάθε μέρα, μα τα μάτια τους έβλεπαν μόνο πέτρες και χώμα.
Τα παιδιά όμως την έβλεπαν.
Γιατί τα παιδιά δεν είχαν ξεχάσει ακόμα να πιστεύουν.
Δεν κοιτούσαν τον κόσμο μόνο με τα μάτια τους. Τον κοιτούσαν με την καρδιά τους.
Ένα μικρό παιδί του χωριού πλησίασε την πόρτα και άγγιξε το παλιό της χερούλι.
Τότε άκουσε μια φωνή να λέει:
«Μόνο εκείνοι που κρατούν μέσα τους λίγη αγάπη μπορούν να ανοίξουν αυτή την πόρτα.»
Το παιδί κοίταξε γύρω του και ρώτησε:
«Τι υπάρχει πίσω από αυτή την πόρτα;»
Και η φωνή απάντησε:
«Υπάρχει αυτό που το χωριό σας έχασε. Υπάρχει η καλοσύνη, η συγχώρεση και η αγάπη.»
Το παιδί άνοιξε την πόρτα και ένα ζεστό φως απλώθηκε παντού.
Και τότε άρχισε το πιο δύσκολο αλλά και το πιο όμορφο ταξίδι:
να θυμηθούν οι μεγάλοι αυτό που κάποτε γνώριζαν κι εκείνοι όταν ήταν παιδιά.
--------------------------------------
Το μήνυμα της ιστορίας
Η πόρτα της αγάπης δεν ανοίγει με δύναμη, πλούτη ή εξουσία. Ανοίγει όταν ο άνθρωπος ξαναβρεί μέσα του την καλοσύνη, την ελπίδα και την ικανότητα να βλέπει τον άλλον με την καρδιά του.
Μερικές φορές οι άνθρωποι δεν χάνουν την ανθρωπιά τους επειδή δεν την έχουν. Την σκεπάζουν με φόβο, πόνο, θυμό και απογοήτευση.
Όμως πάντα υπάρχει μια πόρτα που μπορεί να ανοίξει ξανά.
Μια καλή πράξη, μια συγχώρεση, ένα χαμόγελο, μια στιγμή που κάποιος λέει «σε βλέπω, σε ακούω, είσαι σημαντικός» μπορεί να φέρει φως εκεί που υπήρχε σκοτάδι.
Γιατί ο πιο όμορφος κόσμος δεν είναι αυτός όπου δεν υπάρχουν προβλήματα.
Είναι αυτός όπου κανείς δεν μένει μόνος μέσα στα προβλήματά του.
Εκεί κατοικεί η ανθρωπιά.
-------------
Πώς θα έβλεπε την πόρτα ένας μοναχικός άνθρωπος
Ένας μοναχικός άνθρωπος που ζούσε σε εκείνο το χωριό περνούσε κάθε μέρα κοντά από το μέρος όπου βρισκόταν η κρυφή πόρτα.
Για χρόνια ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε.
Έβλεπε τους ανθρώπους να περνούν βιαστικοί, να θυμώνουν, να πληγώνουν ο ένας τον άλλον και να ξεχνούν να κοιτάξουν μια καρδιά που είχε ανάγκη από μια καλή κουβέντα.
Πολλές φορές σκέφτηκε:
«Άραγε υπάρχει κάπου ένα μέρος όπου οι άνθρωποι ακούνε ο ένας τον άλλον; Ένα μέρος όπου δεν χρειάζεται να προσποιείσαι ότι είσαι δυνατός;»
Μια μέρα είδε ένα παιδί να στέκεται μπροστά σε μια πόρτα που εκείνος δεν είχε προσέξει ποτέ.
Το παιδί τον κοίταξε και του είπε:
«Δεν τη βλέπεις;»
Ο άνθρωπος πλησίασε.
Στην αρχή έβλεπε μόνο έναν παλιό τοίχο.
Όμως τότε θυμήθηκε κάτι που είχε ξεχάσει: ότι κάποτε κι εκείνος ήταν παιδί και πίστευε στα όμορφα πράγματα.
Έκλεισε για λίγο τα μάτια του και άφησε την καρδιά του να μιλήσει.
Και τότε η πόρτα άρχισε σιγά σιγά να φαίνεται.
Κατάλαβε πως η πόρτα δεν ήταν κρυμμένη επειδή ήταν μαγική.
Ήταν κρυμμένη από τον φόβο, την απογοήτευση και την πίκρα που είχε μαζέψει μέσα του ο κόσμος.
Όταν άνοιξε η πόρτα, δεν βρήκε έναν τέλειο κόσμο.
Βρήκε ανθρώπους που προσπαθούσαν να αγαπήσουν ξανά.
Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβε κάτι:
Ακόμα και μια μοναχική καρδιά μπορεί να βρει τον δρόμο της, όταν θυμηθεί ότι αξίζει αγάπη και συντροφιά.