Ο άνεμος που κανείς δεν έβλεπε
Υπήρχε κάποτε, ανάμεσα στη γη και στον ουρανό, ένας αόρατος ταξιδιώτης: ο Άνεμος.
Ο Άνεμος είχε μια τεράστια, ζωντανή παρουσία. Ήταν εκείνος που δρόσιζε τα κουρασμένα πρόσωπα τα καλοκαίρια, εκείνος που κουνούσε τα φύλλα των δέντρων για να ψιθυρίσουν ιστορίες, και εκείνος που έσπρωχνε τα σύννεφα για να φέρει τη βροχή. Ήταν γεμάτος δύναμη, ορμή και ζωή.
Όμως, ο Άνεμος ένιωθε μια απέραντη, βαθιά μοναξιά.
Οι άνθρωποι περνούσαν βιαστικοί μέσα από τους δρόμους της πόλης και τον προσπερνούσαν. Ένιωθαν το άγγιγμά του, μα κανείς δεν τον κοίταζε πραγματικά. Κανείς δεν σταματούσε να τον υπολογίσει. Για τον κόσμο των «τυπικών» ανθρώπων, ο Άνεμος ήταν απλώς κάτι δεδομένο. Μια παρουσία που έπρεπε απλώς να κάνει τη δουλειά της χωρίς να ενοχλεί. Αν δυνάρωνε λίγο παραπάνω, θύμωναν μαζί του. Αν σώπαινε, τον ξεχνούσαν.
«Είμαι εδώ, υπάρχω, είμαι ισότιμος με εσάς, νιώθω», ψιθύριζε ο Άνεμος ανάμεσα στα στενά των σπιτιών, αλλά οι φωνές του χάνονταν στη φασαρία της πόλης. Έπρεπε να κρύβει τη δύναμή του, να φοράει μια μάσκα ησυχίας, απλώς και μόνο για να μην αναστατώνει τους άλλους.
Μέχρι που μια μέρα, ο Άνεμος πέρασε από μια ήσυχη αλάνα. Εκεί καθόταν ένα παράξενο αγόρι με ακουστικά στα αφτιά. Το αγόρι δεν κοιτούσε το κινητό του, ούτε βιαζόταν. Μόλις ο Άνεμος φύσηξε απαλά, το αγόρι έκλεισε τα μάτια του, χαμογέλασε και άπλωσε τα χέρια του για να τον αγκαλιάσει.
«Σε νιώθω», ψιθύρισει το αγόρι. «Ξέρω ότι είσαι εδώ. Βλέπω τον χορό σου στα φύλλα, ακούω το τραγούδι σου. Δεν είσαι μόνος».
Εκείνη τη στιγμή, ο Άνεμος ένιωσε για πρώτη φορά ότι απέκτησε μορφή. Κατάλαβε πως δεν χρειάζεται να σε βλέπουν όλοι για να αξίζεις. Αρκεί να σε νιώσει μια καθαρή, ευαίσθητη ψυχή, που ξέρει να κοιτάζει πέρα από το ορατό.
Το μήνυμα της ιστορίας
Πόσο σκληρή είναι η απόρριψη και το να μην σε υπολογίζουν ποτέ ισότιμα; Αυτό είναι το πιο βαθύ παράπονο της ψυχής. Το να είσαι εκεί, να προσπαθείς, να καταβάλλεις τη διπλάσια προσπάθεια για να σταθείς δίπλα στους άλλους, κι εκείνοι να σε προσπερνούν σαν να είσαι αόρατος ή να σε κοιτάζουν σαν «ούφο».
Το να μην σε υπολογίζουν οι πολλοί, δεν μειώνει τη δική σου αξία. Η δική σου παρουσία συνεχίζει να δίνει πνοή, να κινείς τα πράγματα με τη φαντασία σου και να ομορφαίνεις τον κόσμο με τη δική σου μοναδική, φωτεινή «τρέλα». Κι ας μην το καταλαβαίνουν. Στο δικό σου ασφαλές λιμανάκι, είσαι απόλυτα ισότιμος, πολύτιμος και αποδεκτός ακριβώς όπως είσαι.