Υπάρχει μια στιγμή στην πορεία της ζωής που σταματάς να ζητάς από τη ζωή να σε ανταμείψει.
Και τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο.
Αρχίζεις να τη ζεις.
Δεν σημαίνει ότι παύεις να έχεις ανάγκες.
Δεν σημαίνει ότι δεν επιθυμείς αγάπη, αναγνώριση ή αμοιβαιότητα.
Σημαίνει ότι η αξία σου δεν εξαρτάται πια αποκλειστικά από το αν ο κόσμος θα σου επιστρέψει όσα του πρόσφερες.
Στην αρχή της ζωής, η ανάγκη για ανταπόκριση είναι φυσική. Χρειαζόμαστε να μας δουν, να μας αγαπήσουν, να μας επιβεβαιώσουν ότι έχουμε θέση στη ζωή των άλλων. Μέσα από αυτή την ανταπόκριση αρχίζουμε να αισθανόμαστε ότι υπάρχουμε και ότι αξίζουμε.
Η δυσκολία αρχίζει όταν μεγαλώνουμε χωρίς αυτή η ανάγκη να έχει μετασχηματιστεί.
Όταν η αγάπη συνδέθηκε νωρίς με την προσπάθεια, όταν η αποδοχή έμοιαζε να πρέπει να κερδηθεί, όταν αναγνωριζόσουν κυρίως επειδή ήσουν χρήσιμος, καλός, δυνατός ή διαθέσιμος, τότε είναι φυσικό να συνεχίζεις να ζεις σαν να δίνεις εξετάσεις.
Δεν προσφέρεις μόνο επειδή το επιθυμείς.
Προσφέρεις και για να αποδείξεις ότι αξίζεις.
Δεν αγαπάς μόνο επειδή νιώθεις αγάπη.
Αγαπάς και με την ελπίδα ότι, αυτή τη φορά, δεν θα σε εγκαταλείψουν.
Και κάποιες φορές αυτή η προσδοκία μετατρέπεται σε απαίτηση.
«Αφού στάθηκα δίπλα σου, οφείλεις να σταθείς κι εσύ.»
«Αφού έδωσα τόσα, πρέπει να μου τα επιστρέψεις.»
«Αφού σε αγάπησα, δεν δικαιούσαι να φύγεις.»
Πίσω από αυτή την απαίτηση δεν υπάρχει πάντοτε εγωισμός. Συχνά υπάρχει μια παλιά στέρηση που αναζητά καθυστερημένα δικαίωση.
Ο άνθρωπος προσφέρει, αλλά μαζί με την προσφορά του καταθέτει κι έναν ασυνείδητο λογαριασμό. Περιμένει από τον άλλον να αποκαταστήσει όσα κάποτε δεν έλαβε.
Έτσι, η ζωή μετατρέπεται σε μια αδιάκοπη διαπραγμάτευση.
Προσφέρει για να εισπράξει.
Αγαπά για να αγαπηθεί.
Συγχωρεί για να μη χάσει.
Δημιουργεί για να αναγνωριστεί.
Και κουράζεται, γιατί κάθε πράξη του περιμένει μια απάντηση που θα του επιβεβαιώσει πως αξίζει.
Ο Erik Erikson υποστήριξε ότι η ώριμη ενήλικη ζωή χαρακτηρίζεται από αυτό που ονόμασε δημιουργικότητα: την ανάγκη του ανθρώπου να φροντίσει, να δημιουργήσει, να μεταδώσει και να αφήσει κάτι που θα συνεχίσει να υπάρχει πέρα από τον ίδιο.
Στην ωριμότητα, λοιπόν, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Τι θα πάρω από τη ζωή;»
Αλλά:
«Τι μπορώ να γεννήσω μέσα στη ζωή;»
Όχι από αυτοθυσία.
Όχι επειδή πρέπει να αποδείξεις ότι είσαι καλός.
Αλλά επειδή η παρουσία σου έχει αποκτήσει περιεχόμενο που θέλει να εκφραστεί.
Ο Erich Fromm είδε την ώριμη αγάπη με παρόμοιο τρόπο. Για εκείνον, η αγάπη δεν είναι παθητικό συναίσθημα ούτε συμφωνία ανταλλαγής. Είναι ενεργητική στάση ζωής. Είναι φροντίδα, ευθύνη, σεβασμός και αληθινή γνώση του άλλου.
Ο ώριμος άνθρωπος δεν αγαπά για να εξασφαλίσει τον άλλον.
Αγαπά χωρίς να τον μετατρέπει σε ιδιοκτησία.
Δεν προσφέρει για να δημιουργήσει χρέος.
Προσφέρει χωρίς να κρύβει μέσα στην προσφορά του μια απαίτηση υποταγής.
Σκέψου έναν γονέα που έχει φροντίσει το παιδί του επί χρόνια.
Μπορεί να αισθανθεί ότι, επειδή έδωσε τόσα, το παιδί του του οφείλει να ζήσει όπως εκείνος επιθυμεί, να παραμείνει κοντά του ή να τον χρειάζεται για πάντα.
Μπορεί όμως και να χαρεί βλέποντάς το να ανοίγει τα φτερά του.
Όχι επειδή δεν πονά για την απόσταση.
Αλλά επειδή κατανοεί ότι ο σκοπός της αγάπης του δεν ήταν να κρατήσει το παιδί εξαρτημένο.
Ήταν να το βοηθήσει να γίνει ελεύθερο.
Αυτό είναι ένα από τα πιο αθόρυβα σημάδια ψυχικής ωρίμανσης.
Δεν κάνεις το καλό για να πάρεις πίσω.
Δεν αγαπάς για να αγαπηθείς.
Δεν προσφέρεις για να αναγνωριστείς.
Δεν συγχωρείς για να δικαιωθείς.
Δεν δημιουργείς για να σε χειροκροτήσουν.
Τα κάνεις επειδή εκφράζουν αυτό που έχεις γίνει.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι αποδέχεσαι τη μονομέρεια ή ότι παραμένεις σε σχέσεις χωρίς αμοιβαιότητα.
Η ωρίμανση δεν σου ζητά να μη χρειάζεσαι.
Σου ζητά να αναγνωρίζεις καθαρά όσα χρειάζεσαι, να τα εκφράζεις χωρίς χειρισμό και να επιλέγεις ανθρώπους που μπορούν να συναντηθούν μαζί σου.
Και όταν μια σχέση δεν μπορεί να είναι αμοιβαία, δεν προσπαθείς να εισπράξεις με απαίτηση όσα έδωσες.
Δεν μετατρέπεις την προσφορά σου σε δεσμό.
Αποχωρείς με την αξία σου ακέραιη.
Τότε η ζωή παύει να είναι μια διαπραγμάτευση.
Γίνεται έκφραση.
Και ίσως εκεί αρχίζει η αληθινή αφθονία.
Όχι όταν αποκτάς περισσότερα.
Αλλά όταν δεν χρειάζεσαι πια να σου επιστρέψει ο κόσμος κάθε τι που του έδωσες, για να βεβαιωθείς ότι άξιζε η ύπαρξή σου.
Η μεγαλύτερη ανταμοιβή δεν είναι πάντοτε ότι η ζωή σού έδωσε πίσω.
Είναι ότι εσύ έγινες ο άνθρωπος που ήθελες να είσαι.
Όχι επειδή δεν χρειάστηκες ποτέ κανέναν.
Αλλά επειδή έμαθες να αγαπάς χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου, να προσφέρεις χωρίς να φυλακίζεις και να δημιουργείς χωρίς να ζητάς άδεια για να υπάρξεις.
Και αυτό δεν είναι παραίτηση.
Είναι ελευθερία.
Αγγελική Μπολουδάκη