ελα μια φορα εσυ στη θεση μου !!
Ο καθρέφτης που έδειχνε την άλλη πλευρά
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα σπίτι μικρό και σκοτεινό, ζούσε μια γυναίκα που είχε μάθει να ζητά.
Ζητούσε φροντίδα.
Ζητούσε υπομονή.
Ζητούσε χρόνο.
Ζητούσε να την καταλαβαίνουν.
Και κάθε φορά που κάποιος προσπαθούσε να της εξηγήσει πως κι εκείνος κουράζεται, εκείνη θύμωνε.
—Εγώ είμαι η άρρωστη εδώ!
Και όλοι σώπαιναν.
Μέχρι που ένα βράδυ, η γυναίκα βρήκε έξω από την πόρτα της ένα παράξενο αντικείμενο.
Ήταν ένας παλιός καθρέφτης.
Μα δεν έδειχνε το πρόσωπό της.
Έδειχνε την άλλη πλευρά των πραγμάτων.
Η γυναίκα κοίταξε.
Και ξαφνικά είδε τον εαυτό της να στέκεται απέναντι σε έναν άλλον άνθρωπο.
—Δεν μπορώ, έλεγε ο άνθρωπος.
—Πρέπει να το κάνεις και θα το κανεις γιατι εγω το απετω ! απαντούσε εκείνη.
—Είμαι κουρασμένος.
—Εγώ τι να πω που είμαι χειρότερα;
Η γυναίκα συνοφρυώθηκε.
—Μα… εγώ έτσι μιλάω;
Ο καθρέφτης δεν απάντησε.
Της έδειξε κι άλλη εικόνα.
Έναν άνθρωπο που έκανε κάτι για εκείνη.
Και εκείνη, αντί να πει «ευχαριστώ», του έβρισκε αμέσως το επόμενο λάθος.
Μετά άλλη.
Κι άλλη.
Κι άλλη.
Μέχρι που είδε κάτι που την έκανε να ανατριχιάσει.
Είδε ένα παιδί.
Ένα παιδί που έτρεχε από μικρό να τη φροντίζει.
Το είδε να αφήνει το παιχνίδι του.
Να αφήνει την ξεκούρασή του.
Να καταπίνει τα παράπονά του.
Να μεγαλώνει σιγά σιγά.
Και κάποια στιγμή να κάθεται μόνο του σε μια γωνιά και να ψιθυρίζει:
—Πότε θα μπορέσω να ζήσω κι εγώ;
Η γυναίκα έκανε ένα βήμα πίσω.
—Όχι…
Ο καθρέφτης όμως συνέχισε.
Τώρα της έδειξε κάτι ακόμη.
Την ίδια γυναίκα, μα σε έναν άλλο κόσμο.
Εκείνη ήταν που δεν μπορούσε.
Εκείνη ήταν που κουραζόταν.
Εκείνη ήταν που ζητούσε βοήθεια.
Και απέναντί της στεκόταν ένας άνθρωπος που της έλεγε:
—Δεν με νοιάζει.
—Μα δεν μπορώ…
—Πάντα κάτι έχεις.
—Σε παρακαλώ…
—Βαρέθηκα πια!
Η γυναίκα άρχισε να κλαίει.
—Σταμάτα!
Ο καθρέφτης έμεινε ακίνητος.
Και τότε ακούστηκε μια φωνή:
—Γιατί θέλεις να σταματήσει;
—Γιατί πονάει!
—Και όταν πονάει ο άλλος;
Η γυναίκα σώπασε.
—Όταν εσύ ζητάς κατανόηση, θέλεις να στην προσφέρουν.
Σιωπή.
—Όταν εσύ κουράζεσαι, θέλεις να σε ξεκουράσουν.
Σιωπή.
—Όταν εσύ λυγίζεις, θέλεις ένα χέρι να σε κρατήσει.
Η γυναίκα χαμήλωσε το βλέμμα.
—Τότε γιατί ξεχνάς πως κι ο άλλος έχει καρδιά;
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
Κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβε κάτι που ίσως θα έπρεπε να είχε μάθει πολλά χρόνια πριν:
Πριν κάνεις κάτι που θα πληγώσει έναν άνθρωπο, βάλε τον εαυτό σου για λίγο στη θέση του.
Αν σου άρεσε να το ζήσεις, κάν' το.
Αν όμως θα σε έκανε να κλάψεις, να θυμώσεις, να φοβηθείς ή να νιώσεις πως δεν αξίζεις…
τότε γιατί το προσφέρεις εσύ σε κάποιον άλλον;
Η γυναίκα κοίταξε ξανά τον καθρέφτη.
—Κι αν έχω πληγώσει ανθρώπους;
Και ο καθρέφτης είπε:
—Τότε έχεις ακόμη χρόνο.
—Να διορθώσω τα πάντα;
—Όχι. Κανείς δεν μπορεί να διορθώσει το παρελθόν.
—Τότε τι μπορώ να κάνω;
—Να σταματήσεις να το επαναλαμβάνεις.
Η γυναίκα έμεινε πολλή ώρα μπροστά στον καθρέφτη.
Και όταν ξημέρωσε, έκανε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ.
Πήγε στον άνθρωπο που ήταν πάντα εκεί για εκείνη.
Τον κοίταξε στα μάτια και είπε:
—Ίσως τόσα χρόνια να ρωτούσα μόνο πώς αισθάνομαι εγώ. Δεν ρώτησα ποτέ πώς αισθανόσουν εσύ.
Και για πρώτη φορά…
περίμενε να ακούσει την απάντηση.
Μην περιμένεις να πληγωθείς για να καταλάβεις τον πόνο.
Μην περιμένεις να εγκαταλειφθείς για να καταλάβεις την απόρριψη.
Μην περιμένεις να βρεθείς στην άλλη πλευρά για να μάθεις την ενσυναίσθηση.
Μπες για λίγο στη θέση του άλλου.
Γιατί ίσως τότε καταλάβεις πως ο άνθρωπος απέναντί σου δεν είναι υποχρεωμένος να αντέχει όσα εσύ δεν θα άντεχες ούτε μία μέρα.