Το καλοπροαίρετο αγόρι που κερνούσε γλυκά τον κόσμο
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό σκαρφαλωμένο ανάμεσα σε καταπράσινους λόφους, ζούσε ένα αγόρι που το έλεγαν Νικόλα.
Ο Νικόλας ήταν διαφορετικός από τα άλλα παιδιά.
Δεν είχε πολλά παιχνίδια, ούτε μεγάλα πλούτη, ούτε ένα σπίτι γεμάτο θησαυρούς. Είχε όμως κάτι που, όπως έλεγε η γιαγιά του, ήταν πιο πολύτιμο κι από χρυσάφι:
είχε καλή καρδιά.
Κάθε πρωί, πριν ακόμη ξημερώσει καλά, ο Νικόλας βοηθούσε τη μητέρα του να ζυμώσει ψωμί. Κι όταν τελείωνε τις δουλειές του, έφτιαχνε μικρά γλυκά με μέλι, κανέλα, καρύδια και ό,τι άλλο καλό υπήρχε στο μικρό τους ντουλάπι.
Ύστερα τα έβαζε προσεκτικά σε ένα καλαθάκι και έβγαινε στον δρόμο.
—Πάρε ένα, κυρούλα! έλεγε σε μια γειτόνισσα.
—Πάρε κι εσύ, παππού!
—Και για σένα ένα, μικρούλη!
Και κάθε φορά που κάποιος τον ρωτούσε:
—Πόσο κάνει;
ο Νικόλας χαμογελούσε.
—Τίποτα. Είναι κέρασμα.
Έτσι περνούσαν οι μέρες.
Ο Νικόλας κερνούσε.
Κι ο κόσμος έπαιρνε.
Μα συνέβαινε κάτι παράξενο.
Πολλοί έπαιρναν το γλυκό από το χέρι του, το δοκίμαζαν και ύστερα το πετούσαν κάτω.
Άλλοι το άφηναν μισοφαγωμένο πάνω σε έναν πάγκο.
Κάποιοι μάλιστα γελούσαν.
—Σιγά το πράγμα! Ένα γλυκάκι είναι!
Ο Νικόλας μάζευε σιωπηλός τα πεταμένα γλυκά.
Και κάθε βράδυ γύριζε στο σπίτι του με το καλαθάκι του σχεδόν άδειο, μα την καρδιά του όλο και πιο βαριά.
Μια μέρα, ένας άντρας πήρε από τα χέρια του το μεγαλύτερο γλυκό.
—Αυτό θα πάρω!
—Με όλη μου την καρδιά, είπε ο Νικόλας.
Ο άντρας το πήρε, έκανε δυο βήματα και το πέταξε στον δρόμο.
Ο Νικόλας έμεινε ακίνητος.
Κοίταξε το γλυκό.
Ύστερα κοίταξε τον άνθρωπο.
Και τότε τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
—Μα γιατί; ψιθύρισε.
Κανείς δεν του απάντησε.
Εκείνο το βράδυ, κάθισε κάτω από μια μεγάλη καστανιά και έκλαψε.
—Γιατί τους δίνω ό,τι έχω… και εκείνοι το πετούν;
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια φωνή πίσω του.
—Επειδή, παιδί μου, δεν έμαθαν ακόμη να ξεχωρίζουν το δώρο από την αξία του.
Ο Νικόλας γύρισε.
Μπροστά του στεκόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με ένα παράξενο μπαστούνι από ξύλο ελιάς.
—Ποια είσαι; ρώτησε.
—Μια γυναίκα που κάποτε έκανε το ίδιο λάθος με σένα.
—Ποιο λάθος;
Η γριά χαμογέλασε.
—Νόμιζα πως, επειδή εγώ προσφέρω με καλή καρδιά, όλοι είναι υποχρεωμένοι να καταλαβαίνουν την καρδιά μου.
Ο Νικόλας χαμήλωσε το κεφάλι.
—Και τι πρέπει να κάνω;
Η γυναίκα κάθισε δίπλα του.
—Να συνεχίσεις να προσφέρεις. Αλλά να μάθεις και πού αξίζει η προσφορά σου.
—Δηλαδή να μη δίνω;
—Όχι. Να δίνεις με φιλότιμο, αλλά όχι χωρίς κρίση.
Και του έδειξε τον δρόμο.
—Κοίτα εκείνον τον άνθρωπο. Είναι φτωχός, μα όταν του δίνεις κάτι, λέει «ευχαριστώ» σαν να του χάρισες έναν θησαυρό.
Ύστερα του έδειξε έναν άλλον.
—Κι εκείνος έχει τα πάντα, αλλά δεν χορταίνει ποτέ. Παίρνει ό,τι του δώσεις και ζητά κι άλλο.
Ο Νικόλας κατάλαβε.
Για πρώτη φορά κατάλαβε πως η αξία της προσφοράς δεν μετριέται από το πόσο ακριβό είναι αυτό που δίνεις, αλλά από την καρδιά με την οποία το δίνεις — και από την καρδιά εκείνου που το δέχεται.
Από την επόμενη μέρα, ο Νικόλας συνέχισε να φτιάχνει γλυκά.
Μόνο που τώρα δεν τα μοίραζε σε όλους.
Έδινε στον κουρασμένο εργάτη.
Στο παιδί που δεν είχε.
Στη γιαγιά που ζούσε μόνη.
Στον ξένο που είχε χάσει τον δρόμο του.
Και κάθε φορά έλεγε:
—Πάρε. Είναι από καρδιάς.
Και τότε συνέβη κάτι θαυμαστό.
Οι άνθρωποι άρχισαν να προσφέρουν κι εκείνοι.
Ο φούρναρης του έδινε ψωμί.
Η γειτόνισσα αυγά.
Ο κηπουρός φρούτα.
Και τα παιδιά άρχισαν να μαζεύουν τα πεταμένα γλυκά από τον δρόμο και να τα πηγαίνουν σε όσους τα είχαν ανάγκη.
Μια μέρα, ο ίδιος άντρας που είχε πετάξει το μεγαλύτερο γλυκό πλησίασε τον Νικόλα.
Κρατούσε στα χέρια του ένα μικρό σακουλάκι.
—Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Νικόλας.
—Το δικό μου κέρασμα.
Μέσα είχε ένα ζεστό ψωμί.
Ο άντρας χαμογέλασε ντροπιασμένος.
—Άργησα να καταλάβω πως όταν κάποιος σου προσφέρει κάτι από την καρδιά του, δεν πετάς το δώρο.
Ο Νικόλας πήρε το ψωμί.
Και αντί να θυμηθεί την παλιά του λύπη, χαμογέλασε.
—Το φιλότιμο δεν είναι να δίνεις επειδή πρέπει. Είναι να δίνεις επειδή μπορείς να κάνεις έναν άνθρωπο λίγο πιο χαρούμενο.
Από τότε, στο χωριό έγινε ένα παράξενο έθιμο.
Κάθε Παρασκευή, όλοι έφερναν κάτι από το σπίτι τους και το πρόσφεραν σε κάποιον άλλον.
Άλλος ψωμί.
Άλλος γλυκό.
Άλλος λίγα ξύλα για μια ηλικιωμένη.
Άλλος ένα χέρι βοήθειας.
Και σύντομα οι άνθρωποι κατάλαβαν κάτι που ο Νικόλας είχε μάθει από μικρός:
Ό,τι δίνεται με αγάπη μπορεί να γίνει πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτό που ήταν όταν ξεκίνησε.
Γιατί το καλό, όταν το κάνεις από καρδιάς, είναι σαν μικρό γλυκό.
Το προσφέρεις σε έναν άνθρωπο…
κι εκείνος, αν έχει καρδιά που ξέρει να εκτιμά, μπορεί να το προσφέρει σε άλλον.
Και τότε, χωρίς να το καταλάβεις,
ολόκληρος ο κόσμος αρχίζει να γλυκαίνει.
Κι αν κάποτε περάσεις από εκείνο το χωριό, λένε πως ακόμη ακούγεται ένα παιδικό γέλιο κάτω από την καστανιά.
Και αν ρωτήσεις ποιος είναι, θα σου πουν:
—Ο Νικόλας.
—Και τι κάνει;
—Κερνάει ακόμη γλυκά. Μόνο που τώρα ξέρει σε ποιον αξίζει να τα προσφέρει.
Όχι πια για να το αγαπήσουν.
Αλλά επειδή εκείνο είχε αποφασίσει πως δεν θα γίνει ποτέ σαν αυτούς που κάποτε το έκαναν να κλάψει.
---------------------
Μη σταματήσεις να προσφέρεις επειδή κάποιος πέταξε το καλό που του έδωσες.
Απλώς μάθε πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έτοιμοι να κρατήσουν ένα δώρο που φτιάχτηκε με καρδιά.
Το φιλότιμο δεν χάνει την αξία του επειδή κάποιος δεν το εκτίμησε.
Χάνει μόνο ο άνθρωπος που δεν έμαθε ποτέ να αναγνωρίζει την καλοσύνη.