Όταν το παιδί σου σε πενθεί ενώ είσαι ακόμα ζωντανός
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένας γονιός που πίστευε πως τα παιδιά του θα τον αγαπούν για πάντα.
Ίσως γιατί πίστευε πως η αγάπη των παιδιών είναι υποχρέωση.
Ίσως γιατί μπέρδεψε τον φόβο με τον σεβασμό.
Ίσως γιατί νόμιζε πως επειδή τους έδωσε ζωή, του χρωστούσαν και την καρδιά τους.
Και τα παιδιά μεγάλωσαν.
Και εκείνος συνέχισε να περιμένει πως κάποτε θα επιστρέψουν.
Μόνο που δεν κατάλαβε κάτι.
Τα παιδιά είχαν ήδη φύγει.
Όχι από το σπίτι.
Από την ψυχή τους.
Είχαν φύγει τη μέρα που σταμάτησαν να περιμένουν μια αγκαλιά.
Τη μέρα που κατάλαβαν πως κάθε εξήγηση θα γινόταν κατηγορία.
Κάθε προσπάθεια επικοινωνίας θα γινόταν χειρισμός.
Κάθε «σε αγαπώ» θα είχε από πίσω του ένα «αλλά».
Και τότε συνέβη το πιο παράξενο πράγμα:
Ο γονιός ήταν ακόμα εκεί.
Αλλά το παιδί είχε αρχίσει να τον πενθεί.
Πενθούσε έναν άνθρωπο που ζούσε.
Πενθούσε όχι αυτόν που ήταν.
Αλλά αυτόν που ήλπιζε κάποτε να γίνει.
«Κάποιες φορές ο άνθρωπος δεν μένει μόνος επειδή τον τιμώρησε κάποιος. Μένει μόνος επειδή, μέσα από τις επιλογές του, δημιούργησε μια απόσταση που κάποτε έγινε αδύνατο να γεφυρωθεί.»
Το παιδί που πενθούσε μια μητέρα που ήταν ακόμη εκεί
Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα παιδί που είχε τη μητέρα του.
Ήταν εκεί.
Την έβλεπε κάθε μέρα.
Άκουγε τη φωνή της.
Ήξερε πως ήταν ζωντανή.
Κι όμως…
μέσα στην καρδιά του ένιωθε σαν να μην είχε μητέρα.
Στην αρχή δεν καταλάβαινε γιατί πονούσε τόσο.
«Μα είναι εδώ», έλεγε στον εαυτό του.
«Γιατί νιώθω τόσο μόνο;»
Ώσπου μια μέρα κατάλαβε.
Δεν πενθούσε την απουσία της.
Πενθούσε όλα εκείνα που ένα παιδί περιμένει από μια μητέρα και δεν ήρθαν ποτέ.
Μια αγκαλιά χωρίς όρους.
Μια τρυφερή κουβέντα.
Ένα «μπράβο σου».
Ένα «ξεκουράσου, θα σε φροντίσω εγώ τώρα».
Ένα σπίτι όπου δεν θα χρειαζόταν να φοβάται.
Κι όσο μεγάλωνε, τόσο περισσότερο προσπαθούσε να γίνει αυτό που περίμεναν από εκείνο.
Να βοηθά.
Να φροντίζει.
Να αντέχει.
Να μη μιλά πολύ.
Να μη ζητά.
Σαν να είχε γεννηθεί για να φροντίζει κάποιον άλλον και όχι για να μεγαλώσει κι εκείνο με φροντίδα.
Κάποτε κάθισε μόνο του και έκλαψε.
Όχι επειδή η μητέρα του έλειπε.
Αλλά επειδή ήταν εκεί και πάλι ένιωθε μόνο του.
Και τότε ψιθύρισε:
— Μαμά, εγώ δεν ήθελα να είμαι ο άνθρωπος που σε υπηρετεί πάντα. Ήθελα κάποτε να νιώσω κι εγώ πως κάποιος φροντίζει εμένα.
Δεν ακούστηκε καμία απάντηση.
Μόνο ένας μικρός άνεμος πέρασε από το παράθυρο.
Και τότε το παιδί κατάλαβε κάτι που θα αργούσε πολύ να μάθει:
Μπορείς να αγαπάς κάποιον και ταυτόχρονα να πονάς για την αγάπη που δεν πήρες από εκείνον.
Και μπορείς να πενθείς έναν άνθρωπο που είναι ακόμη ζωντανός.
Γιατί μερικές φορές δεν πενθούμε έναν άνθρωπο.
Πενθούμε τη μητέρα, τον πατέρα, την αγκαλιά, την ασφάλεια και την παιδική ηλικία που θα θέλαμε να είχαμε.
Κι αυτό το πένθος δεν σημαίνει πως είμαστε κακοί.
Σημαίνει μόνο πως κάποτε, πολύ παλιά,
ήμασταν παιδιά που ήθελαν να τα αγαπήσουν.
Μια σκέψη από την ψυχολογία
«Δεν πενθώ τη μητέρα μου επειδή έφυγε.
Πενθώ τη μητέρα που χρειάστηκα και δεν μπόρεσα να έχω.»
«Όταν το παιδί σταματήσει να κυνηγά το φως που ποτέ δεν ήρθε από εσένα, θα ψάξει να το βρει αλλού. Και τότε δεν θα μπορείς να το κατηγορήσεις επειδή βρήκε κάπου αλλού αυτό που εσύ αρνήθηκες να του δώσεις.»
ταύτιση
https://www.reddit.com/r/raisedbynarcissists/comments/1rftdmh/does_your_narc_mother_treat_you_like_a_servant/?utm_source=chatgpt.com