Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

 

Το κορίτσι που έψαχνε ένα φως

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα κορίτσι σε ένα δάσος που ήταν σχεδόν πάντα σκοτεινό.

Δεν φοβόταν πια το σκοτάδι.

Είχε μάθει να περπατάει μέσα του.

Είχε μάθει να πέφτει και να σηκώνεται μόνη της.
Να σκουπίζει τα δάκρυά της.
Να λέει «δεν πειράζει» και να συνεχίζει.

Μόνο που, βαθιά μέσα της, υπήρχε μια μικρή επιθυμία.

Δεν ήθελε έναν ολόκληρο ουρανό γεμάτο φώτα.

Ήθελε μόνο ένα.

Ένα μικρό, ζεστό φως που να μένει αναμμένο όταν εκείνη πλησίαζε.

Κάποια νύχτα, ανάμεσα στα δέντρα, είδε μικρές φωτεινές κουκκίδες.

Πυγολαμπίδες.

Το κορίτσι χαμογέλασε και έτρεξε προς το μέρος τους.

Μα κάθε φορά που πλησίαζε, εκείνες πετούσαν λίγο πιο μακριά.

Έτρεχε ξανά.

Κι εκείνες έφευγαν ξανά.

Ώσπου κάποια στιγμή κουράστηκε.

Κάθισε κάτω από ένα δέντρο και ψιθύρισε:

— Δεν ήθελα να σας κυνηγάω… Ήθελα μόνο να ξέρω πως μπορώ να μείνω κοντά σας χωρίς να φύγετε.

Τότε, από μέσα από το δάσος, ακούστηκε μια ήρεμη φωνή:

— Ίσως έψαχνες φως σε λάθος μέρος.

Το κορίτσι σήκωσε το κεφάλι.

Μπροστά της στεκόταν ένα μικρό σπιτάκι.

Στο παράθυρό του υπήρχε ένα φως.

Δεν ήταν δυνατό.

Δεν έλαμπε ολόκληρο το δάσος.

Ήταν όμως σταθερό.

Το κορίτσι πλησίασε διστακτικά.

Περίμενε να σβήσει.

Δεν έσβησε.

Έκανε ένα ακόμη βήμα.

Πάλι δεν έσβησε.

Και τότε κατάλαβε κάτι που δεν είχε μάθει ποτέ:

Δεν χρειάζεται να κυνηγάς το φως.
Το αληθινό φως δεν σε κάνει να τρέχεις πίσω του.
Σε αφήνει να πλησιάσεις και μένει εκεί.

Και για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, το κορίτσι δεν έψαξε τον δρόμο της μέσα στο σκοτάδι.

Κάθισε δίπλα στο παράθυρο.

Και απλώς… ένιωσε ασφαλής.  

 Κι όταν ήρθε το αληθινό φως, δεν χρειάστηκε να τρέξει προς το μέρος του.

Ήρθε εκείνο κοντά της.
Άγγιξε απαλά το σκοτάδι της
και φώτισε τους φόβους της έναν-έναν,
μέχρι που εκείνοι έγιναν τόσο μικροί,

που χάθηκαν μέσα στη ζεστασιά του. 


  Όταν δεις φως, τρέχεις

Όταν έχεις ζήσει για πολύ καιρό μέσα στο σκοτάδι,
μαθαίνεις να περπατάς χωρίς να βλέπεις.

Μαθαίνεις να μη ζητάς πολλά.
Να μη περιμένεις.
Να λες «δεν πειράζει», ακόμη κι όταν πειράζει πολύ.

Και κάποια στιγμή, μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, εμφανίζεται ένα μικρό φως.

Αχνό.

Τόσο λίγο, που σχεδόν φοβάσαι να το κοιτάξεις.

Κι όμως…

τρέχεις προς τα εκεί.

Γιατί όταν έχεις στερηθεί το φως για πολύ καιρό, δεν το πλησιάζεις σιγά-σιγά.

Τρέχεις.

Τρέχεις γιατί διψάς να ζεσταθείς.
Τρέχεις γιατί θέλεις επιτέλους να νιώσεις πως κάποιος σε βλέπει.
Τρέχεις γιατί μέσα σου υπάρχει ακόμη εκείνο το μικρό κομμάτι που αρνήθηκε να πιστέψει πως όλη η ζωή θα είναι σκοτάδι.

Κι ας ήταν μερικές φορές το φως μόνο ψεύτικες πυγολαμπίδες…

Μικρές λάμψεις που εμφανίζονταν για λίγο και ύστερα έφευγαν μακριά, ακριβώς όταν πλησίαζες για να ζητήσεις λίγο περισσότερο φως.

Κι εσύ έμενες πάλι πίσω.

Να κοιτάς το σκοτάδι.

Να αναρωτιέσαι τι έκανες λάθος.

Μήπως ζήτησες πολλά;
Μήπως πλησίασες πολύ;
Μήπως δεν άξιζες να μείνει κανείς;

Όμως όχι.

Δεν έφταιγες επειδή ήθελες λίγο περισσότερο φως.

Δεν έφταιγες επειδή ήθελες μια ζεστή λέξη.
Μια αγκαλιά.
Ένα «είμαι εδώ».
Έναν άνθρωπο που, όταν τον πλησιάσεις, δεν θα απομακρυνθεί.

Κι αν κάποτε ξαναδείς ένα μικρό φως μέσα στο σκοτάδι, μην ντραπείς που θα τρέξεις.

Η ψυχή σου δεν είναι αδύναμη.

Είναι απλώς κουρασμένη από το σκοτάδι.

Και ίσως, αυτή τη φορά, να μη χρειάζεται να κυνηγήσεις μια πυγολαμπίδα.

Ίσως κάπου να υπάρχει ένα φως που δεν θα φύγει όταν πλησιάσεις.

Ένα φως που δεν θα σου ζητήσει να μικρύνεις για να χωρέσεις.

Που δεν θα φοβηθεί την αλήθεια σου.

Που δεν θα σου δώσει μόνο μια στιγμή λάμψης και μετά θα σε αφήσει πάλι μόνη.

Και τότε…

δεν θα χρειάζεται πια να τρέχεις.

Θα μπορείς απλώς να σταθείς εκεί και να ζεσταθείς. 


ταύτιση 


https://www.reddit.com/r/raisedbynarcissists/comments/1ticrlm/they_dont_care_about_our_childhood_they_want_us/

   Το χωριό που ξέχασε τις δέκα αξίες της ζωής που ήταν τα θεμέλια να κρατείτε ασφαλές  το μέρος μην γκρεμιστεί    Κάποτε, σε μια κοιλάδα αν...