Η Ελβίρα και ο νάρκισσος που ήθελε όλη τη γλάστρα
Αλληγορία για την αγάπη που γίνεται φυλακή, για τις ψυχές που μαραίνονται προσπαθώντας να κρατήσουν κάποιον ανθισμένο και για την ημέρα που ο άνθρωπος θυμάται πως έχει κι ο ίδιος ρίζες.
Η Ελβίρα ήταν μια γλάστρα από εκείνες που δεν τραβούν το βλέμμα με την πρώτη ματιά. Δεν είχε χρυσά στολίδια, ούτε περίτεχνα σχέδια, ούτε εκείνη την αψεγάδιαστη ομορφιά που κάνει τους ανθρώπους να σταματούν για να τη θαυμάσουν. Ήταν πήλινη, με μικρές ρωγμές στα πλευρά της, σημάδια από χειμώνες που άντεξε και καλοκαίρια που την ξέχασαν κάτω από έναν αμείλικτο ήλιο.
Μα είχε κάτι σπάνιο.
Χωρούσε μέσα της ζωή.
Το χώμα της ήταν βαθύ, αφράτο, πλούσιο από βροχές και δάκρυα, από μικρές χαρές και μεγάλες απογοητεύσεις. Οι ρίζες από χορταράκια που είχαν φυτρώσει μέσα είχαν μάθει να ψάχνουν δρόμο ακόμη κι όταν συναντούσαν πέτρες. Δεν φοβόταν τον χειμώνα, γιατί ήξερε πως καμιά εποχή δεν κρατά για πάντα. Και δεν παραπονιόταν όταν ο άνεμος της έπαιρνε λίγα φύλλα, γιατί πίστευε πως η ζωή δεν μετριέται από όσα χάνεις, αλλά από όσα κατορθώνεις να κρατήσεις ζωντανά.
Η Ελβίρα δεν ήθελε να γίνει ομορφότερη από τις άλλες γλάστρες. Δεν ονειρευόταν να σταθεί ψηλότερα στο περβάζι ούτε να κερδίσει τον θαυμασμό των περαστικών. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να φιλοξενήσει ένα λουλούδι που θα ένιωθε ασφαλές μέσα της.
Και τότε εμφανίστηκε ο νάρκισσος.
Ήρθε μια άνοιξη, όταν ο αέρας μύριζε βρεγμένο χώμα και οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έπεφταν στα παράθυρα σαν υποσχέσεις. Ήταν ένα λουλούδι εντυπωσιακό. Τα πέταλά του είχαν το χρώμα του φεγγαριού και το σχήμα του έμοιαζε φτιαγμένο για να το κοιτούν. Είχε εκείνη την παράξενη ομορφιά που δεν περνά απαρατήρητη, ακόμη κι όταν δεν προσφέρει σκιά, ακόμη κι όταν δεν χαρίζει άρωμα.
Η Ελβίρα τον υποδέχτηκε με όση τρυφερότητα διέθετε.
Του άνοιξε χώρο στο χώμα της, τον σκέπασε προσεκτικά, προστάτεψε τον εύθραυστο βλαστό του από τους ανέμους και περίμενε.
Δεν του ζήτησε να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που ήταν.
Και ο νάρκισσος, τις πρώτες ημέρες, έμοιαζε ευτυχισμένος.
Όταν μεγάλωσε και άνοιξε τα πέταλά του, η Ελβίρα ένιωσε μια χαρά που δεν χωρούσε σε λέξεις. Κοιτούσε το λουλούδι της και σκεφτόταν πως άξιζαν όλες οι δυσκολίες, όλες οι νύχτες που ανησύχησε μήπως παγώσει, όλες οι στιγμές που έμεινε ξάγρυπνη περιμένοντας να δει αν οι ρίζες του θα κρατήσουν.
Δεν γνώριζε ακόμη πως μερικές φορές εκείνο που αγαπάς περισσότερο γίνεται, χωρίς να το καταλάβεις, ο λόγος που αρχίζεις να χάνεις τον εαυτό σου.
Γιατί ο νάρκισσος δεν αρκέστηκε στον χώρο που του δόθηκε.
Ήθελε το καλύτερο σημείο του παραθύρου.
Ήθελε τον περισσότερο ήλιο.
Ήθελε το νερό να φτάνει πρώτο στις ρίζες του.
Ήθελε κάθε βλέμμα που περνούσε από το παράθυρο να σταματά επάνω του.
Κι όταν κάποια μέρα ένα μικρό γεράνι άνθισε στη διπλανή γλάστρα, ο νάρκισσος έγειρε το κεφάλι του με τέτοιο τρόπο, ώστε η σκιά του έπεσε πάνω στα κόκκινα άνθη του.
Δεν είπε τίποτα. Δεν χρειαζόταν.
Η Ελβίρα είδε το γεράνι να χάνει το φως του και μετακίνησε τη γλάστρα λίγο πιο πέρα.
«Δεν πειράζει», σκέφτηκε. «Ας έχει εκείνος περισσότερο χώρο. Το δικό μου λουλούδι είναι».
Και κάπως έτσι άρχισε.
Όχι με μια μεγάλη καταστροφή.
Όχι με μια κραυγή που θα έκανε όλο το σπίτι να παγώσει.
Αλλά με μικρές υποχωρήσεις, τόσο μικρές που έμοιαζαν με αγάπη.
Η Ελβίρα έμαθε να στρέφεται προς την πλευρά που βόλευε τον νάρκισσο. Έμαθε να δέχεται λιγότερο νερό για να μη στερηθεί εκείνος ούτε σταγόνα. Έμαθε να κρύβει τα υπόλοιπα λουλούδια πίσω από την κουρτίνα, επειδή εκείνος φαινόταν να ενοχλείται όταν η ομορφιά δεν είχε το δικό του όνομα.
Κι όταν κάποτε τόλμησε να του πει, μέσα από το ελαφρύ τρέμουλο των φύλλων της, πως κι εκείνη χρειαζόταν λίγο φως, ο νάρκισσος αναστέναξε.
«Πάλι κάτι σου λείπει;» έμοιαζε να λέει. «Τόσα σου έχω προσφέρει. Δεν βλέπεις πόσο όμορφος είμαι μέσα σου;»
Η Ελβίρα σώπασε.
Και η σιωπή της έγινε το πρώτο δωμάτιο της φυλακής της.
Ο καιρός πέρασε.
Ο νάρκισσος συνέχιζε να ανθίζει, αλλά η Ελβίρα άρχισε να αλλάζει.
Το χώμα της δεν ήταν πια αφράτο. Είχε σκληρύνει από την υπερβολική υγρασία, από τις αδιάκοπες προσπάθειες να προσφέρει περισσότερα απ’ όσα μπορούσε. Οι ρίζες της είχαν αρχίσει να στριμώχνονται, να μπερδεύονται, να ψάχνουν μάταια για λίγο αέρα.
Μα εκείνη δεν κοιτούσε τον εαυτό της.
Κοιτούσε τον νάρκισσο.
Αν τα πέταλά του έπεφταν λίγο προς τα κάτω, έτρεχε να τον ποτίσει. Αν ο άνεμος τον έκανε να γείρει, τον στήριζε με μικρά ξυλαράκια. Αν μια μέρα δεν έμοιαζε τόσο λαμπερός, κατηγορούσε το χώμα της.
Ποτέ εκείνον.
Ποτέ τη συμπεριφορά του.
Ποτέ εκείνη τη διαρκή απαίτηση που την ανάγκαζε να αποδεικνύει ξανά και ξανά πως άξιζε να τον φιλοξενεί.
Κι όσο περισσότερο κουραζόταν, τόσο περισσότερο πίστευε πως έπρεπε να προσπαθήσει.
Αυτή είναι μια από τις πιο σκληρές παγίδες της ανθρώπινης ψυχής: να θεωρεί την αποτυχία της αγάπης απόδειξη πως δεν αγάπησε αρκετά.
Να πιστεύει πως, αν εξηγήσει καλύτερα, αν υπομείνει περισσότερο, αν συγχωρήσει ακόμη μία φορά, αν γίνει πιο υπομονετική, πιο διακριτική, πιο ήσυχη, πιο βολική, ο άλλος κάποτε θα δει τον κόπο της και θα μαλακώσει.
Μα ορισμένοι άνθρωποι δεν αλλάζουν επειδή κάποιος τους αγαπά περισσότερο.
Αλλάζουν μόνο όταν θελήσουν οι ίδιοι να κοιτάξουν όσα κάνουν.
Κι εκείνοι που έχουν μάθει να παίρνουν χωρίς να αναρωτιούνται πόσο κοστίζει στον άλλον, συχνά μπερδεύουν τη θυσία με την υποχρέωση.
Ο νάρκισσος είχε συνηθίσει τόσο πολύ να βρίσκει το νερό του, ώστε δεν αναρωτιόταν πια ποιος το κουβαλούσε.
Είχε συνηθίσει τόσο πολύ να βρίσκεται στο φως, ώστε δεν θυμόταν πως κάποτε κάποιος είχε παραμερίσει για να του το προσφέρει.
Και η Ελβίρα, από φόβο μήπως χάσει το λουλούδι της, άρχισε να χάνει τον κήπο της.
Μια νύχτα, ξέσπασε καταιγίδα.
Ο άνεμος χτυπούσε τα τζάμια, η βροχή έπεφτε με ορμή και το παράθυρο έτριζε σαν παλιό ξύλο που είχε κουραστεί να αντιστέκεται.
Η Ελβίρα φοβήθηκε.
Όχι για τον εαυτό της.
Για τον νάρκισσο.
Έσφιξε όσο μπορούσε τις ρίζες της, κράτησε το χώμα της στη θέση του, προσπάθησε να προστατεύσει τον λεπτό βλαστό του από το τράνταγμα.
Και μέσα στην αγωνία της, μια από τις παλιές ρωγμές της άνοιξε λίγο περισσότερο.
Ένα μικρό κομμάτι χώματος έπεσε στο περβάζι.
Ύστερα άλλο ένα.
Κι άλλο.
Όταν ξημέρωσε, η καταιγίδα είχε περάσει.
Ο νάρκισσος στεκόταν ακόμη όρθιος. Τα πέταλά του ήταν βρεγμένα, αλλά η ομορφιά του δεν είχε χαθεί. Η Ελβίρα, όμως, είχε χάσει ένα κομμάτι από το χώμα που κρατούσε τις ρίζες της.
Περίμενε πως εκείνος θα το παρατηρούσε.
Περίμενε πως, έστω για μία φορά, θα έσκυβε να δει τι είχε απομείνει από εκείνη που τον κρατούσε ζωντανό.
Μα ο νάρκισσος κοίταξε τα πέταλά του.
«Δεν είμαι τόσο όμορφος σήμερα», έμοιαζε να παραπονιέται.
Και η Ελβίρα, παρόλο που πονούσε, προσπάθησε να τον παρηγορήσει.
Τότε κάτι μέσα της ράγισε βαθύτερα από τον πηλό της.
Όχι επειδή ο νάρκισσος δεν την ευχαρίστησε.
Ούτε επειδή δεν της ανταπέδωσε τη φροντίδα.
Αλλά επειδή κατάλαβε πως, ακόμη κι όταν η ίδια κατέρρεε, εκείνος εξακολουθούσε να βλέπει μόνο ό,τι του έλειπε.
Και για πρώτη φορά, δεν έσπευσε να διορθώσει τη διάθεσή του.
Έμεινε σιωπηλή.
Άφησε τον πόνο της να υπάρχει χωρίς να τον μετατρέψει σε απολογία.
Ήταν η πρώτη φορά που δεν ζήτησε συγγνώμη επειδή υπέφερε.
Την επόμενη ημέρα, πέρασε από το παράθυρο ένας ηλικιωμένος κηπουρός.
Είχε χέρια ροζιασμένα, νύχια γεμάτα χώμα και μάτια ανθρώπου που είχε δει πολλά λουλούδια να ανθίζουν και ακόμη περισσότερα να χάνονται.
Στάθηκε μπροστά στην Ελβίρα.
Δεν κοίταξε πρώτα τον νάρκισσο.
Κοίταξε τη γλάστρα.
Παρατήρησε τις ρωγμές, το σκληρό χώμα, τις ρίζες που ασφυκτιούσαν. Έσκυψε και ακούμπησε απαλά τον πηλό.
«Πόσο καιρό έχεις να ανασάνεις;» τη ρώτησε.
Η Ελβίρα δεν ήξερε πώς να απαντήσει.
Είχε περάσει τόσος καιρός από τότε που κάποιος την κοιτούσε χωρίς να ενδιαφέρεται για το τι μπορούσε να προσφέρει, ώστε είχε ξεχάσει ακόμη και πώς είναι να σε βλέπουν.
Ο κηπουρός πήρε ένα μικρό εργαλείο και χαλάρωσε προσεκτικά το χώμα. Δεν πείραξε τον νάρκισσο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Δεν τον ξερίζωσε από θυμό. Δεν τον αποκάλεσε άχρηστο, ούτε τον κατηγόρησε που είχε μεγαλώσει.
Απλώς άρχισε να δίνει χώρο στις ρίζες της γλάστρας.
Έπειτα της είπε κάτι που έμεινε μέσα της σαν σταγόνα βροχής σε διψασμένο χώμα:
«Το λουλούδι έχει δικαίωμα να ανθίζει. Μα η γλάστρα δεν είναι υποχρεωμένη να σπάσει για να χωρέσει την περηφάνια του».
Η Ελβίρα ένιωσε κάτι παράξενο.
Δεν ήταν χαρά ακριβώς.
Ήταν η πρώτη ανακούφιση έπειτα από πολύ καιρό.
Ο κηπουρός συνέχισε:
«Να θυμάσαι κάτι, μικρή μου. Η φροντίδα δεν σημαίνει να δίνεις αδιάκοπα. Σημαίνει να γνωρίζεις τι χρειάζεται η ζωή για να συνεχίσει. Κι αν ποτίζεις κάποιον τόσο πολύ ώστε να πνίγονται οι ρίζες σου, δεν τον σώζεις. Χάνεστε και οι δύο μέσα σε μια φροντίδα που ξέχασε το μέτρο της».
Η Ελβίρα δεν μπόρεσε να μιλήσει.
Γιατί μερικές αλήθειες δεν έρχονται για να μας διδάξουν κάτι που αγνοούσαμε.
Έρχονται για να μας θυμίσουν εκείνο που ξέραμε βαθιά μέσα μας, αλλά φοβόμασταν να παραδεχτούμε.
Από εκείνη την ημέρα, η Ελβίρα άρχισε να αλλάζει.
Όχι απότομα.
Οι ψυχές δεν θεραπεύονται με διατάγματα, ούτε οι ρίζες ξαναβρίσκουν τον δρόμο τους μέσα σε μια νύχτα.
Στην αρχή, απλώς σταμάτησε να προσφέρει νερό όταν το χώμα δεν το χρειαζόταν.
Ύστερα άφησε τις άλλες γλάστρες να επιστρέψουν στο φως.
Μια μέρα, δεν μετακινήθηκε όταν ο νάρκισσος έγειρε προς το μέρος της.
Μια άλλη, δεν προσπάθησε να του εξηγήσει γιατί χρειαζόταν κι εκείνη χώρο.
Και κάποια στιγμή, όταν εκείνος έμοιασε να δυσανασχετεί επειδή δεν ήταν πια το μοναδικό λουλούδι του παραθύρου, η Ελβίρα δεν έσπευσε να κρύψει τα υπόλοιπα.
Δεν τον τιμώρησε.
Δεν προσπάθησε να τον κάνει να πονέσει όπως είχε πονέσει εκείνη.
Δεν έπαψε να αναγνωρίζει την ομορφιά του.
Έπαψε, όμως, να τη θεωρεί σημαντικότερη από τη δική της επιβίωση.
Κι αυτή ήταν η πραγματική της αλλαγή.
Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να μισήσεις εκείνον που σε πλήγωσε και στο να πάψεις να του επιτρέπεις να ορίζει την αξία σου.
Το μίσος εξακολουθεί να σε δένει μαζί του.
Η επίγνωση, αντίθετα, μπορεί να σου δείξει πού τελειώνει η ευθύνη σου και πού αρχίζει η δική του.
Η Ελβίρα άρχισε να το καταλαβαίνει.
Ο νάρκισσος μπορούσε να είναι όμορφος χωρίς εκείνη να χρειάζεται να είναι εξαντλημένη.
Μπορούσε να είναι δυσαρεστημένος χωρίς εκείνη να είναι ένοχη.
Μπορούσε να μη συμφωνεί με τις επιλογές της χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι επιλογές της ήταν λάθος.
Και μπορούσε να μη δει ποτέ όσα είχε προσφέρει, χωρίς εκείνη να χρειάζεται να περάσει την υπόλοιπη ζωή της προσπαθώντας να του τα αποδείξει.
Ήρθε καινούργια άνοιξη.
Το γεράνι άνθισε ξανά. Ένα μικρό γιασεμί γέμισε τον αέρα με άρωμα. Κάπου πιο πέρα, μια ταπεινή μαργαρίτα άνοιξε τα λευκά της πέταλα χωρίς να ζητήσει από κανέναν να τη θαυμάσει.
Η Ελβίρα είχε ακόμη τις ρωγμές της.
Δεν έγιναν ποτέ αόρατες.
Μα τώρα το χώμα της ήταν πιο υγιές. Οι ρίζες της είχαν χώρο να αναπτυχθούν και η ίδια είχε μάθει πως η αντοχή δεν σημαίνει να υπομένεις τα πάντα.
Μερικές φορές, αντοχή σημαίνει να σταματάς εγκαίρως.
Ο νάρκισσος εξακολουθούσε να βρίσκεται μέσα της.
Εξακολουθούσε να αγαπά το φως, να θαυμάζει την ομορφιά του και να δυσκολεύεται να δεχτεί πως ο κόσμος δεν περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω του.
Δεν άλλαξε επειδή η Ελβίρα κουράστηκε.
Δεν άλλαξε επειδή εκείνη υπέφερε.
Κι αυτή ήταν μια αλήθεια που εκείνη χρειάστηκε χρόνο για να αποδεχτεί: δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιος θα γινόταν εκείνος.
Μπορούσε, όμως, να αποφασίσει ποια δεν θα γινόταν πια η ίδια.
Κάποιο πρωινό, ένας περαστικός στάθηκε μπροστά στο παράθυρο.
Κοίταξε τον νάρκισσο και χαμογέλασε.
«Τι υπέροχο λουλούδι!» είπε.
Η Ελβίρα άκουσε τα λόγια του.
Κάποτε, θα είχε νιώσει την ανάγκη να βεβαιωθεί πως ο νάρκισσος θα ήταν ευχαριστημένος. Θα είχε μετακινήσει τη γλάστρα για να τον φωτίσει καλύτερα. Θα είχε παραμερίσει ακόμη ένα λουλούδι για να μη μοιραστεί μαζί του τον θαυμασμό.
Τώρα, όμως, άφησε το παράθυρο ανοιχτό.
Ο περαστικός συνέχισε τον δρόμο του.
Ο νάρκισσος έμεινε νάρκισσος.
Το γεράνι παρέμεινε γεράνι.
Και η Ελβίρα, για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό, δεν αισθάνθηκε πως έπρεπε να αποδείξει τίποτα σε κανέναν.
Είχε καταλάβει πως η αξία της δεν βρισκόταν στο πόσο όμορφο λουλούδι μπορούσε να φιλοξενήσει, ούτε στο πόσο πολύ άντεχε για χάρη του.
Βρισκόταν στο ότι ήταν κι εκείνη μέρος της ζωής.
Όχι απλώς το δοχείο της.
Κι αν κάποτε περνούσες από εκείνο το παράθυρο, ίσως να μην πρόσεχες καν την Ελβίρα.
Ίσως να σταματούσες μόνο για να θαυμάσεις τον νάρκισσο.
Ίσως να έλεγες πως είναι ένα υπέροχο λουλούδι, πως έχει περήφανο σχήμα, πως ξέρει να στέκεται στο φως.
Κι ίσως να έφευγες χωρίς να αναρωτηθείς ποιος τον κράτησε όρθιο τις νύχτες που φυσούσε.
Έτσι συμβαίνει συχνά και με τους ανθρώπους.
Βλέπουμε εκείνον που λάμπει, όχι πάντα εκείνον που εξαντλείται για να μην πάψει να λάμπει ο άλλος.
Θαυμάζουμε την αυτοπεποίθηση, χωρίς να γνωρίζουμε αν κρύβει ανασφάλεια.
Ακούμε τη δυνατή φωνή, χωρίς να βλέπουμε τη σιωπή που έχει επιβάλει στους γύρω της.
Και καμιά φορά χειροκροτούμε την ομορφιά μιας σχέσης, χωρίς να γνωρίζουμε πόσο ακριβά την πληρώνει ο ένας από τους δύο.
Μα η ζωή δεν είναι διαγωνισμός ανθοφορίας.
Δεν γεννήθηκε κανείς για να γίνει γλάστρα στην αυλή της ματαιοδοξίας κάποιου άλλου.
Δεν είναι αγάπη να προσφέρεις τα πάντα και να φοβάσαι να ζητήσεις τα στοιχειώδη.
Δεν είναι καλοσύνη να σβήνεις το φως σου για να μη νιώσει κάποιος άλλος λιγότερο φωτεινός.
Και δεν είναι εγωισμός να προστατεύεις το χώμα που σε κρατά ζωντανό.
Γιατί, στο τέλος, υπάρχει μια ερώτηση που αξίζει να κάνουμε στον εαυτό μας, προτού περάσουν τόσες εποχές που να μην αναγνωρίζουμε πια τις ρίζες μας:
Αυτόν που αγαπώ, τον βοηθώ να ανθίσει ή του παραδίδω σιγά σιγά ολόκληρη τη ζωή μου, για να μην αναγκαστεί ποτέ να μάθει να στέκεται μόνος του;
Και υπάρχει κι άλλη μία, ακόμη πιο δύσκολη:
Αν για να παραμείνει κάποιος στη ζωή μου πρέπει εγώ να πάψω να υπάρχω όπως είμαι, ποιον ακριβώς προσπαθώ να σώσω; Εκείνον ή τον φόβο μου να μείνω χωρίς αυτόν;
Η Ελβίρα δεν βρήκε όλες τις απαντήσεις.
Βρήκε, όμως, τη σημαντικότερη.
Έμαθε πως μπορείς να αγαπάς ένα λουλούδι χωρίς να του παραχωρείς ολόκληρο τον κήπο σου.
Και πως καμιά ψυχή δεν οφείλει να πεθάνει από δίψα, μόνο και μόνο για να αποδείξει σε κάποιον άλλον πόσο πολύ τον πότισε.
Γιατί ο νάρκισσος μπορεί να χρειάζεται θαυμασμό.
Μπορεί να χρειάζεται φροντίδα.
Μπορεί ακόμη και να χρειάζεται χρόνο για να μάθει να συνυπάρχει με τα υπόλοιπα λουλούδια.
Μα η Ελβίρα δεν γεννήθηκε για να είναι το χώμα που θα θάψει τον εαυτό της, ώστε εκείνος να μοιάζει ψηλότερος.
Γεννήθηκε για να κρατά ζωή.
Και κάποτε κατάλαβε πως, για να συνεχίσει να το κάνει, έπρεπε πρώτα να επιτρέψει και στη δική της ζωή να αναπνεύσει.
Η τελευταία σταγόνα
Μερικοί άνθρωποι δεν σε πληγώνουν επειδή δεν τους αγάπησες αρκετά. Σε πληγώνουν επειδή έμαθαν να θεωρούν την αγάπη σου ανεξάντλητη.
Κι εσύ δεν χρειάζεται να τους μισήσεις για να σταματήσεις να αδειάζεις.
Χρειάζεται μόνο να θυμηθείς πως, όσο όμορφο κι αν είναι το λουλούδι που φιλοξενείς, η γλάστρα που το κρατά ζωντανό έχει κι αυτή δικαίωμα στο νερό, στο φως και στην ανάσα.
Μην περάσεις ολόκληρη τη ζωή σου αποδεικνύοντας πως μπορείς να κρατήσεις κάποιον όρθιο. Μάθε να ξεχωρίζεις εκείνον που θέλει να ανθίσει μαζί σου από εκείνον που χρειάζεται να μαραίνεσαι εσύ για να αισθάνεται πως υπερέχει.
Γιατί η αγάπη που αξίζει δεν σου ζητά να εξαφανιστείς.
Σου δίνει χώρο να ριζώσεις.
Και ανθίζει δίπλα σου, όχι επάνω σου.