Άνθρωποι που είμαι περιττή στη ζωή τους σα παρουσία.
Ξέρεις ποιο είναι το πιο θλιβερο συναίσθημα;
Να εκτιμάς να θες στη ζωή σου ανθρώπους που όμως αυτοί χαλαρά θα μπορούσαν να περάσουν μερες μήνες ολόκληρα χρονια χωρίς να αναρωτηθούν πού βρίσκεσαι.
Να τους σκέφτεσαι, να ανησυχείς γι' αυτούς, να θυμάσαι τις δυσκολίες τους, να κρατάς μέσα σου τις έγνοιες τους, ακόμη κι όταν εκείνοι έχουν ξεχάσει πως έχεις κι εσύ μια καρδιά που κουράζεται.
Να είσαι εκεί όταν σε χρειάζονται, να αφήνεις τις δικές σου στενοχώριες στην άκρη για να ακούσεις τις δικές τους, να βρίσκεις χρόνο ακόμη κι όταν δεν έχεις καθόλου χρόνο για τον εαυτό σου.
Κι ύστερα, όταν εσύ χρειαστείς έναν άνθρωπο, να κοιτάζεις το τηλέφωνό σου και να μη βρίσκεις κανέναν.
Όχι επειδή δεν υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή σου.
Αλλά επειδή εσύ δεν φαίνεται να υπάρχεις με τον ίδιο τρόπο στη δική τους.
Και τότε αρχίζεις να αναρωτιέσαι.
Μήπως αγάπησα περισσότερο απ' όσο έπρεπε;
Μήπως έδωσα τόσα πολλά, ώστε οι άλλοι συνήθισαν να παίρνουν χωρίς να σκέφτονται πως κάποτε θα χρειαζόμουν κι εγώ κάτι;
Μήπως έγινα τόσο δεδομένη, που κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ πως θα μπορούσα να λείψω;
Και η πιο δύσκολη ερώτηση έρχεται αργά, τις ώρες που το σπίτι ησυχάζει και δεν έχεις πια τίποτα να κάνεις για να ξεχαστείς:
«Άραγε, αν σταματούσα να είμαι εγώ εκείνη που τηλεφωνεί, που θυμάται, που ενδιαφέρεται, που προσπαθεί να κρατήσει τις σχέσεις ζωντανές, πόσοι άνθρωποι θα έμεναν πραγματικά στη ζωή μου;»
Δεν είναι εύκολο να κάνεις αυτή την ερώτηση.
Γιατί φοβάσαι την απάντηση.
Φοβάσαι πως ίσως ανακαλύψεις ότι ορισμένες σχέσεις υπήρχαν μόνο επειδή εσύ τις συντηρούσες. Πως κάποιες παρουσίες έμοιαζαν με αγάπη, αλλά στηρίζονταν περισσότερο στη δική σου προσφορά παρά στην αμοιβαία επιθυμία να είστε ο ένας στη ζωή του άλλου.
Κι αυτό πονάει.
Πονάει να συνειδητοποιείς πως μπορεί να έχεις μια θέση στην καθημερινότητα κάποιου, αλλά όχι στην έγνοια του.
Να σε θυμάται όταν χρειάζεται κάτι, αλλά όχι όταν έχει μια χαρά να μοιραστεί.
Να ξέρει πως θα είσαι εκεί, χωρίς να σκέφτεται πως κι εσύ έχεις ανάγκη να νιώσεις ότι κάποιος είναι εκεί για σένα.
Κι όμως, δεν θέλεις να παρακαλέσεις.
Δεν θέλεις να πεις σε κανέναν «πάρε με ένα τηλέφωνο», «θυμήσου με», «δείξε μου πως υπάρχω και για σένα».
Γιατί η αγάπη που χρειάζεται συνεχώς υπενθύμιση για να εκδηλωθεί αφήνει μέσα σου μια πίκρα που δύσκολα περιγράφεται.
Δεν θέλεις να σε αναζητήσουν επειδή τους το ζήτησες.
Θέλεις, έστω μία φορά, να σε αναζητήσουν επειδή τους έλειψες.
Να δουν κάτι όμορφο και να θελήσουν να το μοιραστούν μαζί σου.
Να περάσει μια μέρα χωρίς να ακούσουν τη φωνή σου και να αναρωτηθούν αν είσαι καλά.
Να θυμηθούν πως κι εσύ έχεις δύσκολες στιγμές, πως κι εσύ φοβάσαι, πως κι εσύ κουράζεσαι να είσαι ο άνθρωπος που πάντα καταλαβαίνει τους πάντες.
Γιατί πίσω από κάθε άνθρωπο που προσφέρει αθόρυβα υπάρχει ένας άνθρωπος που κάποτε ήλπιζε πως κάποιος θα προσέξει την προσφορά του και θα του επιστρέψει λίγη από τη ζεστασιά που έδωσε.
Κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, δεν παύει απαραίτητα να αγαπά.
Απλώς αρχίζει να πονάει διαφορετικά.
Μαθαίνει να σωπαίνει.
Να μην τηλεφωνεί τόσο συχνά.
Να μην επιμένει.
Να μην εξηγεί κάθε φορά την απουσία των άλλων.
Όχι για να τους τιμωρήσει.
Αλλά για να δει αν υπάρχει κάτι που να στέκεται και χωρίς τη δική του προσπάθεια.
Κι εκεί χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί δεν είναι όλοι οι άνθρωποι που τηλεφωνούν λιγότερο άνθρωποι που έπαψαν να αγαπούν. Κάποιοι είναι κουρασμένοι, κάποιοι δυσκολεύονται να εκφραστούν, κάποιοι περνούν τις δικές τους μάχες.
Όμως μια σχέση χρειάζεται χώρο και για τις δύο καρδιές.
Δεν μπορεί ο ένας να θυμάται πάντα και ο άλλος να ξεχνά πάντα.
Δεν μπορεί ο ένας να ρωτά διαρκώς «είσαι καλά;» και ο άλλος να μην αναρωτιέται ποτέ.
Δεν μπορεί ο ένας να κρατά μόνος του μια πόρτα ανοιχτή για χρόνια και να μην κουράζεται.
Και κάποια στιγμή χρειάζεται να καταλάβεις πως δεν είσαι υποχρεωμένος να εξαντλείσαι για να αποδείξεις ότι αξίζεις να μείνεις στη ζωή κάποιου.
Δεν είσαι περιττός επειδή κάποιος δεν ξέρει να σου δώσει τη θέση που χρειάζεσαι.
Δεν μικραίνει η αξία σου επειδή δεν σε αναζητούν.
Δεν χάνεις την ομορφιά της ψυχής σου επειδή κάποιοι συνήθισαν να τη δέχονται χωρίς να τη φροντίζουν.
Και δεν χρειάζεται να γίνεις σκληρός για να προστατεύσεις την καρδιά σου.
Μπορείς να συνεχίσεις να αγαπάς, αλλά να μάθεις να μην εγκαταλείπεις τον εαυτό σου για χάρη των άλλων.
Να προσφέρεις, αλλά να μην αδειάζεις.
Να θυμάσαι, αλλά να μην είσαι πάντοτε ο μοναδικός που θυμάται.
Να κρατάς τις πόρτες ανοιχτές, αλλά να μην περνάς όλη σου τη ζωή περιμένοντας κάποιον που δεν αποφασίζει ποτέ να μπει.
Γιατί, τελικά, δεν ζητούσες πολλά.
Ήθελες μόνο να ξέρεις πως η παρουσία σου έχει σημασία.
Πως δεν είσαι απλώς μια εξυπηρέτηση, μια λύση, μια βολική συνήθεια.
Πως είσαι ένας άνθρωπος που αξίζει να τον αναζητούν, να τον ακούν, να τον σκέφτονται και να τον αγαπούν ακόμη κι όταν δεν έχει τίποτα να προσφέρει.
Και αν κάποτε κουραστείς να χτυπάς πόρτες που ανοίγουν μόνο όταν κάποιος σε χρειάζεται, μη θεωρήσεις πως απέτυχες να αγαπήσεις.
Ίσως απλώς ήρθε η ώρα να φυλάξεις λίγη από την αγάπη σου και για σένα.
Να δώσεις χώρο σε ανθρώπους που θέλουν να σε γνωρίσουν πραγματικά, σε φιλίες που μπορούν να μεγαλώσουν, σε σχέσεις όπου δεν χρειάζεται να αποδεικνύεις καθημερινά πως αξίζεις να υπάρχεις.
Και πάνω απ' όλα, να μην αφήσεις την αδιαφορία κάποιου να γίνει η φωνή μέσα στο κεφάλι σου που σου λέει πως δεν είσαι αρκετός.
Γιατί είσαι κάτι πολύ περισσότερο από τη θέση που σου έδωσαν οι άλλοι στη ζωή τους.
Και ίσως η πιο δύσκολη ελευθερία να είναι αυτή: να πάψεις να παρακαλάς να χωρέσεις σε ζωές όπου δεν υπάρχει χώρος για σένα και να αρχίσεις να χτίζεις μια ζωή στην οποία δεν θα χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη επειδή έχεις ανάγκη από αγάπη.
Γιατί δεν είναι το ίδιο να είσαι μόνος και να αισθάνεσαι περιττός.
Η μοναξιά είναι να μην έχεις κάποιον δίπλα σου.
Το να αισθάνεσαι περιττός είναι να έχεις αγαπήσει ανθρώπους τόσο πολύ, ώστε να αναρωτιέσαι αν θα τους έλειπες ποτέ, αν σταματούσες να υπάρχεις στην καθημερινότητά τους.
Κι αυτή είναι μια ερώτηση που κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να αναγκάζεται να κάνει για να ανακαλύψει την αξία του.
Τέλος.