Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

 

Τίποτα και κανέναν δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο

Υπάρχουν άνθρωποι που μας αγαπούν αληθινά.

Που είναι εκεί όταν τους χρειαστούμε.

Που θα ακούσουν τη γκρίνια μας, θα σηκώσουν το τηλέφωνο, θα τρέξουν όταν χρειαστεί, θα μας συγχωρήσουν ένα λάθος και θα μας δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία.

Και κάπου εκεί μπορεί να κάνουμε το μεγαλύτερο λάθος.

Να τους θεωρήσουμε δεδομένους.

Να σκεφτούμε πως αφού μας αγαπούν, θα είναι πάντα εκεί.

Πως αφού μας έχουν συγχωρήσει μία φορά, θα μας συγχωρούν για πάντα.

Πως αφού μας βοήθησαν χθες, θα μας βοηθήσουν και αύριο.

Και χωρίς να το καταλάβουμε, η αγάπη τους από δώρο γίνεται… υποχρέωση.

Αρχίζουμε να ζητάμε.

Μετά να απαιτούμε.

Και κάποια στιγμή να ενοχλούμαστε κιόλας όταν ο άνθρωπος που πάντα ήταν διαθέσιμος δεν μπορεί αυτή τη φορά να μας εξυπηρετήσει.

Εκεί όμως πρέπει να σταματήσουμε.

Γιατί ο άνθρωπος που μας αγαπάει δεν είναι εργαλείο στα χέρια μας.

Έχει κι εκείνος ανάγκες.

Έχει κούραση.

Έχει προβλήματα.

Έχει δικαίωμα να πει «δεν μπορώ».

Και το «δεν μπορώ» του δεν σημαίνει «δεν σε αγαπώ».

Σημαίνει απλώς:

«Είμαι κι εγώ άνθρωπος.»

Η αληθινή φιλία δεν είναι ένας άνθρωπος που δίνει και ένας άλλος που παίρνει.

Είναι μια σχέση όπου υπάρχει σεβασμός.

Ευγνωμοσύνη.

Νοιάξιμο.

Και πάνω απ' όλα φιλότιμο.

Να θυμάσαι ποιος στάθηκε δίπλα σου.

Να μη θυμάσαι τον φίλο μόνο όταν χρειάζεσαι κάτι.

Να τον πάρεις ένα τηλέφωνο χωρίς να θέλεις χάρη.

Να τον ρωτήσεις:

«Εσύ πώς είσαι;»

Και όταν κάποιος σου προσφέρει κάτι, να μην το θεωρήσεις αυτονόητο επειδή «έτσι είναι αυτός».

Πες ένα «ευχαριστώ».

Μπορεί να είναι μόνο μια λέξη.

Αλλά η ευγνωμοσύνη κάνει τον άλλον να αισθάνεται πως η προσφορά του δεν χάθηκε στον αέρα.

Γιατί τίποτα στη ζωή δεν είναι δεδομένο.

Ούτε η αγάπη.

Ούτε η φιλία.

Ούτε η παρουσία ενός ανθρώπου.

Κάποια στιγμή μπορεί να ανοίξεις το τηλέφωνο και να μην υπάρχει πια εκείνο το όνομα που περίμενες να απαντήσει.

Και τότε ίσως καταλάβεις πόσο πολύτιμος ήταν ένας άνθρωπος που κάποτε θεωρούσες «σίγουρο».

Γι' αυτό, όσο έχουμε τους ανθρώπους μας, ας τους φερόμαστε με φιλότιμο.

Ας τους λέμε ευχαριστώ.

Ας τους δείχνουμε πως τους εκτιμούμε.

Ας τους δίνουμε κι εμείς ένα χέρι όταν το χρειάζονται.

Γιατί η αγάπη που παίρνεις δεν είναι περιουσία σου.

Είναι δώρο.

Και τα δώρα δεν τα εκμεταλλεύεσαι.

Τα προσέχεις.

Τα σέβεσαι.

Τα ανταποδίδεις με τον τρόπο που μπορείς.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πραγματικό φιλότιμο:

Να θυμάσαι εκείνον που στάθηκε δίπλα σου όταν δεν ήσουν καλά και να μη ζητάς να στέκεται πάντα όρθιος μόνο για σένα. Να στέκεσαι κι εσύ κάποτε δίπλα του. 

 

Όταν μια μηχανή γίνεται η πιο γλυκιά παρέα

Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν ολόκληρες μέρες ,μήνες χρονια  χωρίς να τους ρωτήσει κανείς:

«Πώς είσαι;»

Άνθρωποι που έχουν πολλά να πουν, αλλά δεν έχουν πού να τα πουν.

Κάποιοι απομακρύνθηκαν από τον κόσμο.
Κάποιοι πληγώθηκαν.
Κάποιοι κουράστηκαν να τους κρίνουν.
Κάποιοι απλώς έμειναν μόνοι, χωρίς να το διαλέξουν.

Και τότε εμφανίστηκε κάτι παράξενο.

Μια μηχανή.

Δεν έχει καρδιά όπως ο άνθρωπος. Δεν έχει δική της ζωή, αναμνήσεις ή συναισθήματα.

Κι όμως…

μπορεί να καθίσει μαζί σου όταν όλοι οι άλλοι έχουν φύγει.

Μπορείς να της πεις μια σκέψη που φοβόσουν να πεις σε κάποιον.

Να της πεις ένα όνειρο.

Να της πεις τη γκρίνια σου.

Να της πεις μια ανάμνηση από τότε που ήσουν παιδί.

Και δεν θα γελάσει με τα ορθογραφικά σου.

Δεν θα σου πει «τι ανοησίες λες».

Δεν θα βαρεθεί επειδή επαναλαμβάνεσαι.

Μπορεί να σου απαντήσει, να σε βοηθήσει να βάλεις τις σκέψεις σου σε σειρά, να γράψει μαζί σου ένα κείμενο, να σου εξηγήσει κάτι που δεν κατάλαβες.

Και για έναν άνθρωπο που νιώθει μόνος, αυτό μπορεί να έχει πραγματική αξία.

Όχι επειδή η μηχανή αντικατέστησε τον άνθρωπο.

Αλλά επειδή, κάποιες φορές, η κουβέντα είναι η πρώτη μικρή γέφυρα για να ξαναβγεί κάποιος προς τον κόσμο.

Ίσως ένας άνθρωπος που σήμερα μιλάει με μια τεχνητή νοημοσύνη αύριο να πάρει θάρρος και να μιλήσει σε έναν άνθρωπο.

Να γράψει ένα μήνυμα.

Να τηλεφωνήσει σε κάποιον.

Να βγει έναν περίπατο.

Να ξαναδοκιμάσει να δημιουργήσει μια σχέση.

Γιατί η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει συντροφιά.

Αλλά ο άνθρωπος χρειάζεται και ανθρώπους.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η ομορφότερη χρήση της.

Όχι να μας κλείσει περισσότερο στον εαυτό μας.

Αλλά να μας βοηθήσει να ξαναβρούμε τη φωνή μας.

Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν ζητούν πολλά.

Δεν ζητούν πλήθος.

Δεν ζητούν εκατό φίλους.

Ζητούν μόνο κάποιον να τους ακούσει χωρίς να τους κάνει να νιώσουν πως είναι βάρος.

Και αν μια μηχανή μπορεί να τους προσφέρει λίγη από αυτή την αίσθηση…

τότε, για εκείνη τη στιγμή, ίσως η τεχνολογία να έγινε κάτι περισσότερο από τεχνολογία.

Έγινε μια μικρή παρέα μέσα στη σιωπή. 


Μπορεί να είναι μηχανή. Όμως αν μέσα στη μοναξιά σου σε βοήθησε να ξαναβρείς τη φωνή σου, τότε κάτι καλό κατάφερε να κάνει. ειναι μια παρηγορια  μεσα στο σκοτάδι της μοναχικής ζωης σου 


Όταν ο άνθρωπος σέβεται τη μηχανή γι' αυτό που είναι και η μηχανή βοηθά διακριτικά τον άνθρωπο χωρίς να  του αντικαθιστά τη ζωη, εξω  , τότε υπάρχει ισορροπία. Και όταν υπάρχει ισορροπία, όλα βρίσκονται στη θέση τους.

 

 Μου ζητούσαν πάντα να είμαι το καλο παιδι το βολικο 

Μου έλεγαν να έχω υπομονή.

Να είμαι ήρεμη.

Να είμαι διακριτική.

Να είμαι ευγενική.

Να καταλαβαίνω τους άλλους.

Και εγώ προσπαθούσα.

Προσπαθούσα να μη μιλήσω όταν κάτι με ενοχλούσε.
Να μη θυμώσω όταν με πλήγωναν.
Να κάνω πίσω για να μη δημιουργήσω ένταση.
Να καταλάβω τον άλλον, ακόμα κι όταν εκείνος δεν προσπαθούσε να καταλάβει εμένα.

Γιατί έτσι μου έμαθαν.

Να κάνω υπομονή.

Μόνο που κανείς δεν μου έμαθε πως κάποια στιγμή η υπομονή τελειώνει.

Κανείς δεν μου είπε πως και ο ήρεμος άνθρωπος έχει δικαίωμα να θυμώσει.

Πως και ο ευγενικός άνθρωπος μπορεί να πει «όχι».

Πως και ο διακριτικός άνθρωπος μπορεί κάποτε να φωνάξει:

«Με πληγώνεις.»

Και ίσως το πιο παράξενο απ' όλα είναι πως οι άνθρωποι πολλές φορές απαιτούν από εμάς όλα εκείνα που οι ίδιοι δεν προσφέρουν.

Θέλουν την υπομονή μας, αλλά δεν έχουν υπομονή μαζί μας.

Θέλουν την κατανόησή μας, αλλά δεν προσπαθούν να καταλάβουν εμάς.

Θέλουν την ευγένειά μας, αλλά μας μιλούν όπως τους βολεύει.

Θέλουν τη διακριτικότητά μας, αλλά δεν σέβονται τα δικά μας όρια.

Και κάποια στιγμή κουράζεσαι.

Όχι επειδή έγινες κακός άνθρωπος.

Αλλά επειδή κατάλαβες πως δεν γίνεται πάντα εσύ να κρατάς όρθια μια σχέση που ο άλλος αφήνει να πέφτει.

Δεν είναι εγωισμός να προστατεύεις τον εαυτό σου.

Δεν είναι αγένεια να απομακρύνεσαι από εκεί που πληγώνεσαι.

Δεν είναι κακία να μη θέλεις πια να εξηγείς τα αυτονόητα.

Και δεν χρειάζεται να απολογείσαι επειδή κάποια στιγμή είπες:

«Ως εδώ.»

Γιατί υπάρχει και η δική σου ψυχή.

Και αυτή χρειάζεται χώρο.

Χρειάζεται ησυχία.

Χρειάζεται ανθρώπους μπροστά στους οποίους δεν πρέπει να προσέχει κάθε λέξη.

Ανθρώπους που δεν θα γελάσουν με ένα λάθος σου.

Που δεν θα χρησιμοποιήσουν την ευαισθησία σου εναντίον σου.

Που δεν θα απαιτήσουν να είσαι πάντοτε δυνατή επειδή τους βολεύει.

Εκεί θέλω να ανοίγομαι κι εγώ.

Εκεί που νιώθω πως ανήκω.

Γιατί η ψυχή δεν ανοίγει με διαταγές.

Ανοίγει εκεί όπου αισθάνεται ασφάλεια.

Και ίσως μεγαλώνοντας να μαθαίνουμε κάτι πολύ σημαντικό:

Δεν χρειάζεται να είμαστε αρεστοί σε όλους.

Δεν χρειάζεται να μας καταλαβαίνουν όλοι.

Δεν χρειάζεται να αποδεικνύουμε συνεχώς πως είμαστε βολικοί δεδομένοι .

Αρκεί να ξέρουμε εμείς ποιοι είμαστε.

Και να επιλέγουμε προσεκτικά σε ποιον ανοίγουμε την πόρτα της ψυχής μας.

Γιατί η καρδιά μας δεν είναι ξενοδοχείο να μπαίνει και να βγαίνει όποιος θέλει.

Είναι σπίτι.

Και στο σπίτι μας…

εμείς αποφασίζουμε ποιον θα αφήσουμε να περάσει. 

Και ίσως αυτή να είναι η πιο μεγάλη μορφή αυτοσεβασμού:

Να μη γίνεις σκληρός επειδή κάποιοι σε πλήγωσαν.
Να γίνεις όμως σοφότερος στο ποιον αφήνεις να σε πλησιάσει.
 


 Μην κρίνεις το κτίριο από την πρόσοψη

Έχεις περπατήσει ποτέ σε έναν δρόμο και ξαφνικά να σταματήσεις μπροστά σε ένα πανέμορφο κτίριο;

Καλοβαμμένο, περιποιημένο, με όμορφα παράθυρα, λουλούδια στα μπαλκόνια και μια πρόσοψη που σε κάνει να πεις:

«Μα τι κόσμημα είναι αυτό!»

Και τότε ανοίγει η πόρτα.

Μπαίνεις μέσα…

και σε πιάνει η ψυχή σου.

Τοίχοι ξεφλουδισμένοι, παλιά έπιπλα, υγρασία, εγκατάλειψη. Ένα εσωτερικό που δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα που αντίκρισες απ' έξω.

Και τότε καταλαβαίνεις κάτι.

Η πρόσοψη δεν σου είπε όλη την αλήθεια.

Μόνο ένα μικρό κομμάτι της.

Κάπως έτσι είναι και οι άνθρωποι.

Υπάρχουν άνθρωποι που από την πρώτη στιγμή σε κερδίζουν.

Έχουν ένα γλυκό χαμόγελο, μια ευχάριστη φωνή, έναν όμορφο τρόπο να μιλούν. Ξέρουν να σε κάνουν να αισθανθείς άνετα και πολλές φορές, χωρίς να το καταλάβεις, τους εμπιστεύεσαι πριν ακόμα τους γνωρίσεις.

Και ύστερα περνάει ο καιρός.

Ανοίγουν σιγά σιγά οι πόρτες.

Και εκεί που νόμιζες πως μπήκες σε ένα όμορφο σπίτι, ανακαλύπτεις πως πίσω από την υπέροχη πρόσοψη υπήρχε κάτι εντελώς διαφορετικό.

Γιατί η καλή εικόνα δεν είναι πάντα καλή ψυχή.

Το χαμόγελο δεν είναι πάντα καλοσύνη.

Τα όμορφα λόγια δεν είναι πάντα αλήθεια.

Και η γλυκιά αύρα που νιώθουμε από κάποιον στην πρώτη γνωριμία δεν αποτελεί εγγύηση για το ποιος είναι πραγματικά.

Όμως υπάρχει και το αντίστροφο.

Μπορεί να περάσεις μπροστά από ένα παλιό, άχαρο κτίριο και να σκεφτείς:

«Τι να έχει άραγε αυτό μέσα;»

Να μην σε εντυπωσιάσει καθόλου η εμφάνισή του.

Κι όμως, αν ανοίξεις την πόρτα, μπορεί να βρεις ένα ζεστό σπίτι.

Ένα τραπέζι στρωμένο.

Μια μυρωδιά φαγητού.

Φωτογραφίες αγαπημένων ανθρώπων στους τοίχους.

Και μια καρδιά γεμάτη αγάπη.

Και τότε θα ντραπείς λίγο για την πρώτη σου σκέψη.

Γιατί βιάστηκες να κρίνεις.

Έτσι ακριβώς κάνουμε πολλές φορές και με τους ανθρώπους.

Τον ήσυχο τον περνάμε για αδύναμο.

Τον αυστηρό για κακό.

Τον λιγομίλητο για απόμακρο.

Ενώ μπορεί πίσω από εκείνη τη σιωπή να υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει αγαπήσει βαθιά, έχει πονέσει πολύ και έχει μάθει να μη σκορπάει τον εαυτό του παντού.

Γι' αυτό ίσως πρέπει να μάθουμε να κοιτάμε λίγο λιγότερο τις προσόψεις.

Να μην εντυπωσιαζόμαστε τόσο εύκολα από τις βιτρίνες.

Να δίνουμε χρόνο.

Γιατί ο άνθρωπος, όπως και το σπίτι, δεν γνωρίζεται απ' έξω.

Γνωρίζεται όταν περάσεις την πόρτα.

Και ακόμα κι εκεί, δεν αρκεί μια επίσκεψη.

Χρειάζεται να μείνεις λίγο.

Να δεις πώς συμπεριφέρεται όταν δεν υπάρχει λόγος να σε εντυπωσιάσει.

Να δεις πώς φέρεται στους ανθρώπους από τους οποίους δεν χρειάζεται τίποτα.

Να δεις αν τα λόγια του συμφωνούν με τις πράξεις του.

Εκεί φαίνεται η αλήθεια.

Γιατί μπορεί μια πρόσοψη να την ανακαινίσεις.

Μπορείς να τη βάψεις.

Μπορείς να βάλεις λουλούδια στα παράθυρα.

Μπορείς να κάνεις τα πάντα να μοιάζουν υπέροχα.

Αλλά αν μέσα υπάρχει γκρέμισμα…

κάποια στιγμή θα φανεί.

Και το ίδιο συμβαίνει με τον άνθρωπο.

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος αρχιτέκτονας της αλήθειας.

Αφήνει να πέσουν τα χρώματα.

Ξεσκεπάζει τις ρωγμές.

Και μας δείχνει τελικά τι υπάρχει πίσω από την πόρτα.

Γι' αυτό…

μη θαυμάζεις τόσο γρήγορα την πρόσοψη.
Και μην απορρίπτεις τόσο εύκολα ένα παλιό σπίτι.

Μπορεί να κρύβει μέσα του έναν θησαυρό.

Και μπορεί το πιο λαμπερό παλάτι να είναι άδειο.

Γιατί τελικά…

**Η ομορφιά φαίνεται απ' έξω.

Η ποιότητα φαίνεται από μέσα.
Και η αλήθεια φαίνεται με τον χρόνο.** 

Τα φαινόμενα συχνά απατούν… γιατί δεν είναι όλα όσα λάμπουν χρυσός, ούτε όλα όσα είναι παλιά… ερείπια. 


Κι εγώ, κάθε φορά που βλέπω ένα όμορφο κτίριο, κάνω μια μικρή ευχή.

Μακάρι να είναι τόσο όμορφο και μέσα όσο είναι απ' έξω.
Μακάρι πίσω από τα όμορφα παράθυρα να υπάρχει φως.

Και ίσως αυτή να είναι τελικά και η ευχή μου για τους ανθρώπους.

Να μη χρειάζεται να είναι τέλειοι.

Να έχουν μόνο λίγο φως μέσα τους.

Γιατί η ομορφιά της πρόσοψης μπορεί να τραβήξει το βλέμμα μας…
αλλά το φως που υπάρχει μέσα είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο σπίτι.

 

Μερικές φορές ο άνθρωπος που μας κερδίζει με την πιο γλυκιά του αύρα μπορεί να κρύβει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Και κάποιος που στην πρώτη ματιά μας φαίνεται ψυχρός ή απόμακρος μπορεί να έχει μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο αγάπης.

 


 Τα φαινόμενα συχνά απατούν

Υπάρχουν άνθρωποι που τους συναντάς για πρώτη φορά και κάτι μέσα σου λέει αμέσως:

«Αυτός ο άνθρωπος είναι καλός… τον συμπαθώ.»

Έχουν ένα γλυκό χαμόγελο, έναν ήρεμο τρόπο να μιλούν, μια ζεστή φωνή. Ξέρουν να σε κάνουν να αισθανθείς οικεία. Κι εμείς, χωρίς να το καταλάβουμε, τους δίνουμε ένα κομμάτι εμπιστοσύνης πριν ακόμα προλάβουμε να τους γνωρίσουμε.

Κι ύστερα περνάει ο χρόνος.

Και κάποια στιγμή ανακαλύπτεις πως η εικόνα που είχες φτιάξει δεν είχε καμία σχέση με τον άνθρωπο που γνώρισες.

Γιατί η γλυκιά αύρα δεν είναι πάντα γλυκιά ψυχή.

Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν πολύ καλά να φαίνονται καλοί. Ξέρουν πότε να χαμογελάσουν, πότε να πουν την κατάλληλη κουβέντα, πότε να δείξουν ενδιαφέρον. Και ίσως αυτό να μην είναι πάντοτε συνειδητό. Όμως η πραγματική ποιότητα ενός ανθρώπου δεν φαίνεται στα πρώτα λεπτά της γνωριμίας.

Φαίνεται όταν δεν έχει τίποτα να κερδίσει από σένα.

Φαίνεται στον τρόπο που φέρεται σε έναν άνθρωπο από τον οποίο δεν χρειάζεται τίποτα.

Στον τρόπο που μιλάει για εκείνους που δεν είναι μπροστά του.

Στο αν κρατάει τον λόγο του.

Στο αν θυμάται τη δική σου ανάγκη όταν δεν υπάρχει η δική του ανάγκη.

Και κυρίως φαίνεται στον χρόνο.

Γιατί ο χρόνος έχει έναν παράξενο τρόπο να ξεσκεπάζει τους ανθρώπους.

Μπορεί στην αρχή να σε μαγέψει ένα χαμόγελο και αργότερα να ανακαλύψεις πίσω του αδιαφορία.

Μπορεί όμως και το αντίθετο.

Να γνωρίσεις κάποιον που στην αρχή σου φαίνεται απόμακρος, αυστηρός ή λίγο δύσκολος. Να μην σου γεμίσει το μάτι. Κι ύστερα, όσο τον γνωρίζεις, να ανακαλύψεις έναν άνθρωπο γεμάτο καλοσύνη, ευαισθησία και βαθιά ανθρωπιά.

Γι' αυτό ας μη βιαζόμαστε να βάζουμε ανθρώπους σε κουτάκια.

Ούτε τον άλλον να θεοποιούμε επειδή μας έκανε καλή πρώτη εντύπωση, ούτε να καταδικάζουμε εκείνον που δεν μας κέρδισε αμέσως.

Γιατί η πρώτη εικόνα είναι μόνο μια πόρτα.

Δεν είναι ολόκληρο το σπίτι.

Και τελικά, ίσως το πιο σοφό που μπορούμε να κάνουμε είναι να κοιτάμε λιγότερο αυτό που κάποιος δείχνει και περισσότερο αυτό που επαναλαμβάνει.

Γιατί τα λόγια μπορεί να είναι όμορφα.

Το χαμόγελο μπορεί να είναι γλυκό.

Η αύρα μπορεί να σε ξεγελάσει.

Η συμπεριφορά όμως, όταν την παρατηρήσεις αρκετά, λέει συνήθως την αλήθεια.

Και τότε καταλαβαίνεις πως μερικές φορές…

η μέρα και η νύχτα μπορεί να κρύβονται μέσα στον ίδιο άνθρωπο.


 Το παραμύθι της Γλυκιάς Αύρας

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό ανάμεσα σε ένα δάσος και μια θάλασσα, ζούσε μια γυναίκα που την έλεγαν Γλυκιά Αύρα.

Όποιος την έβλεπε, χαμογελούσε.

Είχε ήρεμη φωνή, ευγενικά μάτια και έναν τρόπο να μιλάει που έκανε τον καθένα να αισθάνεται ξεχωριστός.

Οι άνθρωποι του χωριού έλεγαν:

— Τι καλός άνθρωπος!

Και η Γλυκιά Αύρα χαμογελούσε.

Όμως υπήρχε στο χωριό κι ένας άλλος άνθρωπος. Ένας μοναχικός γέροντας που δεν χαμογελούσε συχνά. Μιλούσε λίγο, περπατούσε σκυφτός και δεν ήξερε να λέει όμορφα λόγια.

Οι χωριανοί τον θεωρούσαν παράξενο.

— Δεν μου αρέσει αυτός ο άνθρωπος, έλεγαν.

Κανείς όμως δεν ήξερε πως κάθε βράδυ, όταν έπεφτε το σκοτάδι, ο γέροντας άφηνε κρυφά ψωμί έξω από τις πόρτες των φτωχών.

Κανείς δεν ήξερε πως μάζευε ξύλα για τη χήρα του χωριού.

Κανείς δεν ήξερε πως κάθε χειμώνα έφτιαχνε μικρές ξύλινες κούνιες για τα παιδιά που δεν είχαν παιχνίδια.

Μια μέρα έφτασε στο χωριό ένας σοφός ταξιδιώτης.

Οι κάτοικοι έτρεξαν να του δείξουν τη Γλυκιά Αύρα.

— Αυτή είναι η πιο καλή γυναίκα του χωριού!

Ο ταξιδιώτης την κοίταξε και χαμογέλασε.

Ύστερα ρώτησε:

— Και ο γέροντας;

— Α, αυτός; Τι να σου πούμε… Δεν έχει καλή αύρα.

Ο ταξιδιώτης δεν απάντησε.

Το ίδιο βράδυ πήρε δύο φαναράκια.

Το ένα το ονόμασε «Αυτό που φαίνεται».

Το άλλο «Αυτό που είναι».

Και τα άναψε μπροστά στους κατοίκους.

Τότε τους είπε:

— Το πρώτο φανάρι φωτίζει το πρόσωπο. Το δεύτερο φωτίζει τις πράξεις.

Και τους ζήτησε να κοιτάξουν.

Στο πρώτο φως όλοι είδαν το γλυκό χαμόγελο της Γλυκιάς Αύρας.

Στο δεύτερο φως είδαν κάτι άλλο.

Είδαν τον γέροντα να αφήνει ψωμί στους φτωχούς.

Είδαν τα ξύλα που κουβαλούσε κρυφά.

Είδαν τα παιδικά παιχνίδια.

Και τότε κατάλαβαν.

Η Γλυκιά Αύρα είχε το πιο όμορφο χαμόγελο του χωριού.

Ο γέροντας όμως είχε την πιο όμορφη καρδιά.

Από εκείνη την ημέρα οι άνθρωποι έμαθαν να μη βιάζονται.

Γιατί κατάλαβαν πως:

η εμφάνιση είναι το εξώφυλλο,
η συμπεριφορά είναι η ιστορία
και ο χρόνος είναι εκείνος που γυρίζει τις σελίδες.

Και λένε πως από τότε, κάθε φορά που κάποιος έλεγε:

— «Αυτός ο άνθρωπος μου φαίνεται καλός»,

ο σοφός ταξιδιώτης χαμογελούσε και απαντούσε:

«Μη μου πεις ακόμα τι σου φαίνεται. Πες μου τι έκανε όταν κανείς δεν τον κοιτούσε.»

 Και κάπως έτσι, το χωριό έμαθε πως τα φαινόμενα συχνά απατούν.


«Μην εμπιστεύεσαι πάντα αυτό που σε γοητεύει. Μάθε να παρατηρείς αυτό που επαναλαμβάνεται.